English

Τα 3 στάδια της πνευματικής μας εξέλιξης


 

Τα τρία στάδια της πνευματικής μας εξέλιξης

στη συνειδητή δημιουργία

 

Όπως αναφέραμε στην αρχική σελίδα, ο κατώτερος εαυτός μας όταν θέλει να υλοποιήσει κάποιους στόχους έρχεται σ’ ένα νοητικό αδιέξοδο.

Δηλαδή τη στιγμή που σκέφτεται το στόχο που θέλει να επιτύχει, πρέπει υποχρεωτικά (ασυνείδητα) να σκεφτεί και την έλλειψη του, γιατί γι’ αυτό εξάλλου είπαμε ότι τον θέλει, επειδή του λείπει, επειδή δεν τον έχει στη ζωή του. Μετά προσπαθεί να μη σκέφτεται την έλλειψη που βιώνει, σύμφωνα με τις οδηγίες του «μυστικού» αλλά και όλων των μεθόδων συνειδητής δημιουργίας. Λέει πχ στον εαυτό του ότι δεν πρέπει να σκεφτεί τα λεφτά που χρειάζεται και του λείπουν, για να ανακαλύψει το κατώτερο εγώ μας ότι μέχρι να το σκεφτεί αυτό, ήδη το έχει κάνει, ήδη έχει εστιαστεί στην έλλειψη. Δεν το συζητάμε να είναι κάτω και από εξωτερική πίεση, πχ να έχει να πληρώσει λογαριασμούς ή κάποιο χρέος με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Τότε του είναι σχεδόν αδύνατο να μη σκέφτεται την έλλειψη των χρημάτων και το τι θα κάνει για να την καλύψει….

Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται συνεχώς με όλους τους επιθυμητούς στόχους που έχει κάποιος και τελικά καταντάει να είναι κάτι πολύ κουραστικό.

 

Θέλουμε να σας πληροφορήσουμε ότι η συνειδητή δημιουργία είναι κάτι διαφορετικό. Δεν είναι μια ξεκομμένη, απομονωμένη διαδικασία όπου έχουμε  μια λίστα με στόχους τους οποίους πρέπει να υλοποιήσουμε αλλά αντίθετα είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Συμπαντικής Αρμονίας, Αγάπης και Δημιουργίας που εξυπηρετεί πολύ περισσότερα πράγματα. Κυρίως είναι αυτό που είναι προορισμένο να δείξει στον άνθρωπο πώς να είναι ένας συνειδητός συνδημιουργός της πραγματικότητας έτσι όπως τον έχει δημιουργήσει το Σύμπαν (ο Θεός), για να εξελιχθεί πνευματικά και να είναι αρμονικός και ευτυχισμένος. Στην ουσία η συνειδητή δημιουργία είναι μια πνευματική διεργασία, μια ύψιστη πνευματική πράξη αγάπης και εκδήλωσης της Θείας Τάξης των πραγμάτων που διέπει όλη τη Συμπαντική Δημιουργία.

 

Η συνειδητή δημιουργία, στην ουσία της, είναι μια πράξη βαθιά πνευματική. Είναι η πράξη-διαδικασία ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ της αγάπης του Θεού στις ζωές μας στον υλικό κόσμο!

Το πρόβλημα και η δυσκολία με την αποκαλούμενη και ως τέχνη της συνειδητής δημιουργίας, είναι ότι την όλη «αναζήτηση» την κάνει η κατώτερη προσωπικότητα μας, το κατώτερο εγώ μας που ταυτίζεται μόνο με το φυσικό μας σώμα και που βρίσκεται συνειδησιακά σε κατάσταση χωριστικότητας με τον ανώτερο εαυτό μας, δηλαδή το Θεϊκό και πνευματικό μέρος της ύπαρξης μας. 

Το κατώτερο εγώ μας, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ξεχωριστά από το Θεό. Αυτό είναι μια ψευδαισθητική κατάσταση μέσα στην συνειδητότητα μας, η οποία όμως αφού την αντιλαμβανόμαστε ως τέτοια, μας δίνει τελικά την εμπειρία της χωριστικότητας στο υλικό πεδίο.

Έτσι το κατώτερο εγώ μας, από αυτήν τη βάση της αντιλαμβανόμενης χωριστικότητας και έλλειψης, προσπαθεί να δημιουργήσει, δηλαδή να λειτουργήσει ως συνειδητός δημιουργός, μέσω των μεθόδων, τεχνικών και συστημάτων που πιστεύει ότι θα το βοηθήσουν να επιτύχει τους στόχους που χρειάζεται για να καλύψει την έλλειψη που βιώνει. 

Η βασική πεποίθηση του κατώτερου εαυτού μας, του κατώτερου εγώ, είναι ότι «πρέπει να κάνω, πρέπει να δράσω». Θεωρεί ότι η δράση του στην εξωτερική πραγματικότητα (υλικό πεδίο) είναι το κλειδί για όλα όσα θέλει. Μόνο που στην πραγματικότητα, η υποσυνείδητη αλήθεια που διέπει το εγώ μας, όταν κάνει αυτό την αναζήτηση, είναι ότι «αναζητώ για να μην βρω», όσο και εάν μας φαίνεται αυτό παράξενο ή και παράδοξο!

Το κατώτερο εγώ μας με τη συνεχή δράση δεν αποσκοπεί τόσο πολύ στο να επιτύχει τους στόχους που διατείνεται ότι επιδιώκει με τη δράση του αλλά κυρίως να επιβεβαιώσει τη θέση του ως υποτιθέμενου κουμανταδόρου της ζωής μας. Το εγώ μας διέπεται από μεγάλη ανασφάλεια και θέλει κάθε στιγμή να νιώθει ότι επιβεβαιώνεται και ότι ελέγχει τα πράγματα. Έτσι η συνεχή του δράση του δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κατά κάποιο τρόπο ελέγχει την ζωή και τις καταστάσεις που μας συμβαίνουν. Βέβαια αυτό αποδεικνύεται στην πράξη ότι δεν είναι καθόλου έτσι, καθώς ανακαλύπτουμε ότι πολύ λίγα πράγματα μπορεί αληθινά να ελέγξει το κατώτερο εγώ μας. Επίσης όλη αυτή του η στάση και νοοτροπία έχει ακόμη μια δυσμενή συνέπεια.  

Μέσα από αυτήν την στάση και τρόπο προσέγγισης της ζωής και της πραγματικότητας, το κατώτερο εγώ μας, χωρίς να το αντιληφθούμε, μας βάζει σε σύγκρουση με την ήδη εκδηλωμένη εξωτερική μας πραγματικότητα. Θέλουμε να την αλλάξουμε γιατί δεν μας ικανοποιεί, καθώς δεν έχει υλοποιημένα αυτά που θέλουμε. Έτσι προσπαθούμε να «αναζητήσουμε» και να «δημιουργήσουμε» αυτό που επιθυμούμε να έχουμε. Προσπαθούμε συνεχώς να «κάνουμε» κάτι να συμβεί, το οποίο δεν υπάρχει εκείνη τη στιγμή στην εξωτερική μας πραγματικότητα, γι’ αυτό εξάλλου και το ψάχνουμε και το κυνηγάμε. 

 

Αυτή η στάση μας απέναντι στην ήδη εκδηλωμένη εξωτερική πραγματικότητα είναι βαθιά συγκρουσιακή, είτε το αντιλαμβανόμαστε αυτό συνειδητά είτε όχι.

Ως αντιστάθμισμα, προσπαθούμε να βρούμε και ν’ αποκτήσουμε καινούργια γνώση, που θα μας δώσει τη δυνατότητα ν’  αλλάξουμε την εξωτερική πραγματικότητα σύμφωνα με τα θέλω του κατώτερου εαυτού μας. «Γοητευόμαστε» από τεχνικές, πχ,  επαναπρογραμματισμού του νου μας, του υποσυνείδητου μας, κτλ, οτιδήποτε φαίνεται να μας υπόσχεται γρήγορες και μόνιμες αλλαγές στον εαυτό μας και αποτυγχάνουμε ν’ αντιληφθούμε τη ρίζα του προβλήματος και της δυστυχίας μας.

 

Το μεγάλο μας πρόβλημα και ταυτόχρονα το μεγάλο μας εμπόδιο για να έχουμε αυτά που αληθινά επιζητά η ψυχή μας, είναι ο κατώτερος εαυτός μας, το κατώτερο εγώ μας. Όσο περισσότερο ψάχνουμε για καινούργια δύναμη, μέσω γνώσης και τεχνικών, τόσο περισσότερο ξεγλιστράει από την αντίληψη μας ποιό είναι το αληθινό μας πρόβλημα. Μέσα από την προσπάθεια της αναζήτησης για λύση, ο κατώτερος εαυτός μας καταφέρνει και μας ξεγελάει και ξεγλιστράει. Αποτυγχάνουμε να τον ξεσκεπάσουμε για τον αληθινό ρόλο που παίζει εναντίον μας.

 

Αντίθετα η κατάσταση του ανώτερου Θεϊκού μας εαυτού είναι τελείως διαφορετική. Ο ανώτερος εαυτός μας, που όπως είπαμε είναι το Θεϊκό κομμάτι της ύπαρξης μας, το πνευματικό μας κομμάτι που γνωρίζει το ανώτερο Θεϊκό σχέδιο της ψυχής μας, δεν δημιουργεί. Δεν προσπαθεί, δεν αναζητά, δεν αγωνίζεται σκληρά, δεν συγκρούεται με την ήδη εκδηλωμένη εξωτερική πραγματικότητα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο Θεός μας έχει ήδη δώσει όλα όσα θα θέλαμε να έχουμε. Ο Θεός έχει ήδη δημιουργήσει τα πάντα, από την πρώτη στιγμή της Δημιουργίας.

Ο Θεός Υπάρχει στο αιώνιο παρόν, όπου τα πάντα είναι ήδη δημιουργημένα. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει τίποτα καινούργιο. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καινούργια Δημιουργία γιατί αυτό θα σήμαινε την ύπαρξη γραμμικού χρόνου, άρα και την πιθανότητα «ατέλειας», όπως επίσης και τη δυνατότητα «βελτίωσης» του Θεού. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι αληθές για το Θεό γιατί τότε θα συγκρούονταν με τη φύση της τελειότητας του Θεού. Ο Θεός είναι ήδη τέλειος, δεν μπορεί να «βελτιωθεί», Δεν μπορεί αυτό να συμβεί στο Θεϊκό επίπεδο Ύπαρξης, στο επίπεδο του απόλυτου και άρρητου Θεϊκού Όντος!

Ο Θεός από τη στιγμή που εκδηλώθηκε, εκδηλώθηκε τέλεια και πλήρως μέσα στο Θεϊκό Νου. Έτσι δημιούργησε τα πάντα τέλεια. Δεν υπάρχει κάτι που να πρέπει να δημιουργηθεί για να συμπληρώσει τη Δημιουργία. Δεν υπάρχει κάτι που να πρέπει να διορθωθεί, καθώς η Δημιουργία είναι τέλεια από την πρώτη και μοναδική στιγμή της εκδήλωσης της. Τα πάντα, μας είναι ήδη διαθέσιμα, μέσα στον άπειρο Θεϊκό-Συμπαντικό Νου και απλά περιμένουν να τα επιλέξουμε με την ελεύθερη μας βούληση για να εκδηλωθούν και στο φυσικό μας κόσμο! Ο Θεός δεν μας εξαναγκάζει να επιλέξουμε τίποτα, παρόλο που όπως είπαμε, μας έχει διαθέσει τα πάντα από την πρώτη στιγμή μέσα στον άπειρο Θεϊκό Νου. Μας τα έχει διαθέσει μέσα από αυτό που αποκαλούμε με την ανθρώπινη κατανόηση και λογική μας, ως «άπειρες δυνατότητες».

Οποιαδήποτε έλλειψη, πόνο ή ατέλεια βιώνουμε, είναι μόνο από την άποψη της αντίληψης των πραγμάτων από τον κατώτερο ανθρώπινο, εγωϊκό μας νου, δηλαδή το κατώτερο εγώ μας. Γι’ αυτό τονίστηκε παραπάνω ότι το μόνο μας αληθινό πρόβλημα και εμπόδιο, είναι το κατώτερο εγώ μας.   

 

Έτσι αφού δεν τίθεται θέμα καινούργιας δημιουργίας από την πλευρά του Θεού, τότε τι είναι αυτό που ονομάζουμε συνειδητή δημιουργία; Είναι η διαδικασία, όπου ο ανώτερος εαυτός μας, ευθυγραμμίζοντας μαζί του και την κατώτερη προσωπικότητας μας, τον κατώτερο υλικό εαυτό μας, ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ να εκδηλωθούν στον υλικό κόσμο, στο γήινο πεδίο, όλα αυτά τα πράγματα (που ήδη υπάρχουν δημιουργημένα στο Θεϊκό Νου) που εξυπηρετούν την ανώτερη εξελικτική μαθησιακή διαδικασία της ψυχής μας, με βάση το ανώτερο Θεϊκό σχέδιο εξέλιξης όλων της όντων. Μια μαθησιακή διαδικασία που λαμβάνει χώρα και στο γήινο υλικό σχολείο, όπου μαθητεύουν οι ψυχές μας.

Αυτό είναι το αληθινό «μυστικό» της υλοποίησης. Η υλοποίηση δεν είναι καινούργια δημιουργία αλλά είναι αποκάλυψη, είναι εξωτερική εκδήλωση! Η αποκάλυψη-εκδήλωση στον υλικό γήινο κόσμο, των υλοποιημένων αληθινών και αυθεντικών επιθυμιών της ψυχής μας. Είναι μια πράξη εκδήλωσης της άπειρης αγάπης του Θεού προς όλα τα δημιουργήματα Του, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και ημών των ανθρώπων.

 

Έτσι ο ανώτερος εαυτός μας δεν υπόκειται στους περιορισμούς της κατώτερης προσωπικότητας μας. Δεν γνωρίζει την προσπάθεια, τον μόχθο και τον κόπο (εξάλλου δεν θα είχε νόημα αυτό μέσα στο Θεϊκό Νου, αφού όλα ήδη έχουν προσφερθεί απλόχερα), δεν «ψάχνει» και δεν «προσπαθεί να δημιουργήσει» κάτι που δεν υπάρχει, παρά μόνο επιτρέπει να εκδηλωθούν στον υλικό κόσμο τα Θεϊκά δώρα, που είναι ήδη χορηγημένα από την πρώτη στιγμή της Δημιουργίας. Άρα το κλειδί της επιτυχίας είναι η ευθυγράμμιση του κατώτερου εαυτού μας με τον ανώτερο Θεϊκό εαυτό μας. Τότε και μόνο τότε μπορούμε να έχουμε άκοπα και σε αφθονία, όλα όσα πραγματικά επιθυμούμε στα βάθη της καρδιάς μας.

 

Αυτή όμως η ανώτερη πνευματική αντίληψη και αλήθεια έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον κατώτερο εαυτό μας, που όπως είπαμε αντλεί αίσθηση εαυτού και σκοπού, μέσα από την προσπάθεια, την σύγκρουση, τον ανταγωνισμό, το μόχθο, κτλ. Και αυτό είναι αληθινά το μόνο μας πρόβλημα με αυτό που αποκαλούμε συνειδητή δημιουργία. Η λανθασμένη κατανόηση, στάση και προσκόλληση του κατώτερου εγώ μας, σε αυτήν την λάθος κατανόηση των πραγμάτων.

Το μόνο που αληθινά έχουμε να κάνουμε και αυτό είναι το αληθινό πνευματικό μας έργο στον υλικό κόσμο, είναι να φέρουμε σε ευθυγράμμιση και εναρμόνιση, τον κατώτερο εαυτό μας με τον ανώτερο Θεϊκό μας εαυτό.

Αυτό βέβαια δεν είναι μια εύκολη υπόθεση στην πράξη, καθώς ο κατώτερος εαυτός μας, λόγω της προσκόλλησης που έχει με την εξωτερική υλική πραγματικότητα, αντιδράει πολύ άσχημα σε οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής αυτής της αντίληψης του για την πραγματικότητα και την αληθινή φύση των πραγμάτων. Νιώθει μεγάλη ανασφάλεια να αφεθεί και να ευθυγραμμιστεί με τον ανώτερο εαυτό μας. Νιώθει ότι εάν αφεθεί στον ανώτερο εαυτό (του οποίου την ύπαρξη τις περισσότερες φορές αγνοεί), θα απολέσει τον έλεγχο των πραγμάτων και αυτό του δημιουργεί τρομερή ανασφάλεια. Όπως είπαμε και παραπάνω λόγω της ανασφαλούς του φύσης, θέλει να νιώθει ότι πάντοτε έχει τον έλεγχο των πραγμάτων, ακόμη και εάν αυτή η προσπάθεια για έλεγχο του προκαλεί μεγάλο πόνο και δυστυχία. Έτσι  την ευθυγράμμιση, την παράδοση και το άφεμα, τις περισσότερες φορές τα εκλαμβάνει ως ένα είδος θανάτου και αντιδράει σε αυτό αντιστεκόμενος με «νύχια και με δόντια».

 

Το κατώτερο εγώ μας προτιμάει να συνεχίσει να προσπαθεί και να μοχθεί για να δημιουργήσει αυτά που επιθυμεί και του λείπουν, γιατί αυτό του παρέχει αίσθηση σκοπού και αποστολής και άρα ασυνείδητα του δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ελέγχου των πραγμάτων. Ακόμη και εάν είναι αποτυχημένο, δυστυχισμένο και καταπονημένο από αυτήν του τη στάση και επιλογή, προτιμάει ν’ αρχίσει πάλι την αναζήτηση για καινούργια γνώση, για καινούργια δύναμη, για καινούργιες τεχνικές και μεθόδους, παρά να αφεθεί στην καθοδήγηση του ανώτερου Θεϊκού εαυτού μας και ουσιαστικά να αφεθεί στην καθοδήγηση και Πρόνοια του Θεού. Όπως είπαμε και παραπάνω το υποσυνείδητο μότο του είναι «αναζητώ για να μην βρω». Αυτό πραγματικά επιδιώκει με όλη του την αναζήτηση, όσο και εάν προσπαθεί να την μασκαρέψει με μια φαινομενική σοβαρότητα και δήθεν ειλικρινές και έντονο ενδιαφέρον για αυτό που αναζητά!

Μέσα από την αναζήτηση του το κατώτερο εγώ μας απλά επιβεβαιώνει την λανθασμένη του πεποίθηση και αντίληψη περί χωριστικότητας του από το Θεό. Πιστεύει ότι είναι μόνο του στον κόσμο και άρα αυτό είναι υπεύθυνο που πρέπει τελικά να «φροντίσει» για τον εαυτό του. Πιστεύει ότι οι επιθυμίες του είναι διαφορετικές από αυτές του Θεού.

Έτσι ψάχνει για την επόμενη μέθοδο, το επόμενο βιβλίο, την καινούργια τεχνική, που θα του δώσει έστω και προσωρινά την ψευδαίσθηση ότι ακόμη ελέγχει τα πράγματα, ότι αυτό θα βρει τον τρόπο της επιτυχίας, ότι αυτό είναι που κάνει κουμάντο! Αυτό όμως, όπως γνωρίζουμε  ήδη οι περισσότεροι, μας εγκλωβίζει σ’ ένα φαύλο κύκλο πόνου, δυστυχίας, μόχθου και ατέρμονης προσπάθειας.

 

Δυστυχώς για πολλούς ανθρώπους από εμάς, αυτή η «άκαρπη» αναζήτηση και ο εγκλωβισμός σε αυτόν το φαύλο κύκλο, μπορεί να πάρει πολλά χρόνια ή ακόμη και όλη μας τη ζωή και ποτέ να μην ξεφύγουμε από τα δεσμά της δυστυχίας του κατώτερου εαυτού μας.

Αλλά θα θέλαμε να επαναλάβουμε για άλλη μια φορά αυτό που αναφέρθηκε παραπάνω, ότι το μόνο πραγματικό εμπόδιο για να έχουμε αυτά που αληθινά επιθυμούμε και είναι Θεϊκά προορισμένα για εμάς και άρα δικαιωματικά δικά μας, είναι το κατώτερο εγώ μας και η αντίληψη του και αίσθηση της χωριστικότητας του από το Θεό. Το εγώ μας σε αυτήν του την ψευδαίσθηση της χωριστικότητας είναι σε κατάσταση αντίστασης με την ανώτερη Θεϊκή τάξη των πραγμάτων, όπως και σε κατάσταση άρνησης της ευθυγράμμισης του με τον ανώτερο εαυτό μας.

 

Το κατώτερο εγώ μας νιώθει συνεχώς μέσα του ένα αφόρητο υπαρξιακό κενό.

Προσπαθεί να γεμίσει αυτό το κενό με πράγματα, πρόσωπα και επιτεύξεις από τον εξωτερικό κόσμο σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να ξεφύγει από αυτόν τον εσωτερικό πόνο που του δημιουργεί αυτό το κενό. Ψάχνει συνεχώς για καινούργιες μεθόδους και τεχνικές, που θα του εξασφαλίσουν την επιτυχία και άρα την ψευδαίσθηση ότι τελικά θα καλύψει το εσωτερικό κενό και θα γιατρέψει τον εσωτερικό πόνο. Όσο όμως χρησιμοποιεί καινούργιες μεθόδους και τεχνικές ανακαλύπτει (παρά τις όποιες επιτυχίες), ότι το κενό και ο πόνος είναι ακόμη εκεί. Τώρα του γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να ξεγελάσει τον εαυτό του έστω και προσωρινά.

Δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει κατανοητό, ότι δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αυτός που είναι ο ίδιος το πρόβλημα, δηλαδή το κατώτερο εγώ, που διεξάγει και όλη την αναζήτηση για γνώση και δύναμη!

Ο κόσμος (και πόνος) του κατώτερου εγώ είναι ιδιαίτερα εμφανής και έντονος στο δυτικό μας κόσμο και πολιτισμό. Παρά τις προηγμένες τεχνολογικές επιτεύξεις και την υλική ευμάρεια, οι άνθρωποι του δυτικού κόσμου φαίνεται να είναι οι πιο δυστυχισμένοι και ουσιαστικά ανασφαλείς άνθρωποι παγκοσμίως! Μοιάζουν να είναι μόνιμα σε μια αγωνία εάν θα κατορθώσουν να διατηρήσουν τα «κεκτημένα» και το παρόν επίπεδο διαβίωσης ή εάν θα μπορέσουν να το αυξήσουν. Ο δυτικός κόσμος δείχνει να είναι μόνιμα σε μια νεύρωση αναζήτησης για «περισσότερα». Δεν έχει σημασία τι θα είναι αυτά τα περισσότερα, αρκεί να είναι περισσότερα. Αυτή η ανάγκη για αναζήτηση και περισσότερα είναι η βάση της λειτουργίας του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου του δυτικού κόσμου. Αυτό επηρεάζει τα πάντα, ακόμη και την πνευματική αναζήτηση και την ατομική βελτίωση. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μεθόδων συνειδητής δημιουργίας, προσωπικής επιτυχίας, κτλ, προέρχεται από το «δυτικό κόσμο» και κυρίως από τις ΗΠΑ, όπου το marketing είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένο και κυρίαρχο. Τι είναι όμως το marketing στην ουσία; Είναι η «επιστήμη» της παρακολούθησης και καταγραφής των μοτίβων αγοραστικής συμπεριφοράς του κατώτερου εγώ μας και η πειθαρχημένη, συνειδητή και συστηματική (επιστημονική) εκμετάλλευση τους. Το δυτικό marketing, μέσα από την επιστημονική παρατήρηση της καταναλωτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων, γνωρίζει πολύ καλά τη νεύρωση και ανασφάλεια του κατώτερου εγώ μας, την οποία στη συνέχεια τεχνητά καλλιεργεί ακόμη περισσότερο και στο τέλος έρχεται να προσφέρει την υποτιθέμενη «λύση» στο πρόβλημα, μέσα από τα προϊόντα που προσφέρει. Συνήθως αυτή η «λύση» είναι βραχύβια, προσφέρει μια προσωρινή ανακούφιση. Το κατώτερο εγώ προσωρινά νιώθει ότι με το καινούργιο προϊόν, με την καινούργια τεχνική, απέκτησε επιτέλους την δύναμη που νόμιζε ότι του έλειπε για να τα καταφέρει στη ζωή, για να ανακαλύψει αργότερα ότι πάλι χρειάζεται κάτι καινούργιο, μια καινούργια πιο δυνατή τεχνική. Γι’ αυτό εξάλλου στο δυτικό κόσμο, ο τομέας της «προσωπικής αυτοβελτίωσης» έχει εξελιχθεί σε μια τρομερή βιομηχανία και αγορά με τζίρους δισεκατομμυρίων δολαρίων και ευρώ. Εάν η λύση ήταν μόνιμη και σίγουρη, στον τομέα της προσωπικής αυτοβλετίωσης, όπως υποστηρίζουν όλα τα προϊόντα-λύσεις που προσφέρονται από το δυτικό marketing, ποιός ο λόγος για ολοένα και καινούργια προϊόντα; Ποιος ο λόγος για καινούργια βιβλία, καινούργια σεμινάρια, καινούργιες τεχνικές; Θα ήταν όλοι ικανοποιημένοι με αυτήν τη «μοναδική» λύση, που υποσχόταν αρχικά η μέθοδος και η τεχνική. Αυτό όμως όλοι ξέρουμε ότι στην πράξη δεν συμβαίνει γιατί πολύ απλά το πρόβλημα είναι το ίδιο το εγώ που κάνει την αναζήτηση, του εγώ που όπως είπαμε, αναζητεί με σκοπό (υποσυνείδητα) να μην βρει. Το δυτικό marketing ξέρει ότι ο πελάτης του είναι το κατώτερο εγώ, το εγώ της αναζήτησης και ανασφάλειας. Γνωρίζουν ότι πρέπει συνέχεια να ικανοποιούν αυτή του την ακόρεστη, λόγω ανασφάλειας, επιθυμία για κάτι καινούργιο. Την επιθυμία του για ατέρμονη αναζήτηση. Έτσι το μόνο που έχει να κάνει το δυτικό marketing, είναι να του προσφέρει συνεχώς καινούργιες «λύσεις», καινούργια προϊόντα, καινούργιες τεχνικές, καινούργιες υποσχέσεις, με το αντίστοιχο φυσικά περιτύλιγμα της «σίγουρης λύσης» . Ότι δηλαδή, αυτό το προϊόν, αυτή τη φορά, θα είναι η λύση. Ότι θα είναι τώρα η μοναδική λύση, η μαγική, αυτή που πάντοτε έψαχνε. Το εγώ είναι απόλυτα ικανοποιημένο με αυτήν την καλλιεργημένη ψευδαίσθηση, γι’ αυτό και συμμετέχει πρόθυμα σε όλο αυτό το παιχνίδι, σε όλη αυτήν τη ψευδαίσθηση. Αντίθετα σιχαίνεται και αποστρέφεται αυτούς που θα επιχειρήσουν να του καταρρίψουν την φούσκα-ψευδαίσθηση-φαντασίωση. Αλλά δυστυχώς και κανένας να μην το κάνει, η ψευδαίσθηση τελικά θα καταρριφθεί και μάλιστα με σκληρό και οδυνηρό τρόπο, από την ίδια την πραγματικότητα. Τότε όμως το εγώ υποφέρει και πονάει και συσκοτίζεται ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό και η μόνη αληθινή και ασφαλής προσέγγιση είναι η πνευματική κατανόηση και ανάπτυξη του ανθρώπου στην αληθινή πνευματική του φύση, καθώς και η συνεπακόλουθη μείωση της ισχύς του κατώτερου εγώ. Δηλαδή η λύση δεν είναι η ψευδαίσθηση της «ενδυνάμωσης» του κατώτερου εγώ μας, όπως επιχειρεί το δυτικό marketing αλλά η αποδυνάμωση του προς όφελος της αφύπνισης του αληθινού μας πνευματικού εαυτού.

Και όταν λέμε αποδυνάμωση του εγώ μας, εδώ θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Το πρόβλημα με το κατώτερο εγώ μας δεν είναι η ύπαρξη του αυτή καθ’ αυτή αλλά η ανεξέλεγκτη και παθογενής προσκόλληση στην οποία μας οδηγεί. Το κατώτερο εγώ μας «καταφέρνει» και μας κάνει να ταυτιστούμε μαζί του δηλαδή πιστεύουμε ότι ο αληθινός μας εαυτός και η αληθινή μας φύση είναι αυτό και μόνο αυτό και έτσι προσκολλούμαστε με ότι αυτό επιθυμεί. Ταυτιζόμαστε (προσκόλληση) ασυνείδητα με τις αρνητικές του πεποιθήσεις, τις δυσαρμονικές του σκέψεις και συναισθήματα  και όλη την περιοριστική του αντίληψη για τη ζωή. Μας υποχρεώνει σε ταύτιση με μια αίσθηση εαυτού πολύ μικρή, περιορισμένη και τελικά δυστυχισμένη. Σκοπός μας είναι και εν τέλη αυτό είναι και ένα από τα μεγάλα μυστικά και δεξιότητες της συνειδητής δημιουργίας, να μπορούμε να ταυτιζόμαστε κατά βούληση, συνειδητά και ελεύθερα με ότι θέλουμε εμείς, με ότι μας εξυπηρετεί σαν ανώτερες πνευματικές οντότητες που υπάρχουμε και στο γήινο πεδίο. Το «συνειδητός δημιουργός» σε αυτό ακριβώς έγκειται. Στο να μπορούμε να διαχειριστούμε συνειδητά την προσοχή μας και την εστίαση της και όχι να μας τραβάει και σύρει το κατώτερο εγώ μας, όπου αυτό ανεξέλεγκτα επιθυμεί. Και αυτό είναι και η αληθινή ένδειξη της πνευματικής μας εξέλιξης. Όταν θα μπορούμε να μην υποκύπτουμε αδιάκριτα στα κελεύσματα του κατώτερου εγώ μας αλλά θα μπορούμε εμείς συνειδητά να κατευθύνουμε την προσοχή μας, τότε θα γνωρίζουμε ότι είμαστε στο σωστό δρόμο της πνευματικής μας εξέλιξης.  

 

Στο Σύστημα Μορφογένεσις, επειδή όπως είπαμε η προσέγγιση μας είναι συνολικά πνευματική και απώτερος σκοπός αυτής της πνευματικής διδασκαλίας είναι η πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου ως μονάδα αλλά και όλης της ανθρώπινης συλλογικής συνειδητότητας, τοποθετούμε το κατώτερο εγώ μας μέσα στο πλαίσιο αυτής της εξελικτικής πνευματικής διεργασίας.

Έτσι κατανοούμε ότι παρόλο που η λειτουργία του είναι δυσαρμονική, εντούτοις η προσέγγιση του πρέπει να γίνει με μεγάλη επιδεξιότητα λόγω της βίαιης αντίδρασης του και απροθυμίας του να ευθυγραμμιστεί με τον ανώτερο εαυτό μας και να εγκαταλείψει τον έλεγχο και την κυριαρχία που είχε επάνω μας μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ποτέ η απευθείας σύγκρουση με το κατώτερο εγώ δεν φέρνει καλά αποτελέσματα. Πρέπει να αναγνωρισθεί ο τρόπος λειτουργίας του, ακόμη και εάν αυτός δεν μας αρέσει και στη συνέχεια αρμονικά να τον ενσωματώσουμε στην διαδικασία της πνευματικής μας εξέλιξης. Και αυτό κάνουμε.

Δεν αρνούμαστε στο κατώτερο εγώ μας την «επιθυμία» του για υλοποίηση στόχων, έστω και εάν αυτή γίνεται στη βάση της έλλειψης και του πόνου. Αντίθετα την ενσωματώνουμε σε μια ανώτερη διεργασία όπου αντιλαμβανόμαστε ότι στην πραγματικότητα όλες οι επιθυμίες που στοχεύουμε προς υλοποίηση, είναι στην ουσία «πνευματικοί οδοδείκτες» που μας δείχνουν προς τα που πρέπει να κινηθούμε για να εκπληρώσουμε το ταξίδι της ψυχής μας, βοηθώντας την να βιώσει την πνευματική ολοκλήρωση.

Έτσι είναι σαν να έχουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Και το κατώτερο εγώ μας ησυχάζουμε και δεν το βάζουμε σε κατάσταση αντίδρασης και αντίστασης αλλά ταυτόχρονα και πιο ουσιαστικά προωθούμε την πνευματική μας εξέλιξη.

Το πρώτο στάδιο εξέλιξης

 

Το πρώτο επίπεδο αφορά τους εκπαιδευόμενους που είναι «αγκιστρωμένοι» κυρίως στους περιορισμούς της εξωτερικής πραγματικότητας, όπως τους έχει επιβάλει η κατώτερη εγωϊκή ενέργεια. Σε αυτό το στάδιο ο εκπαιδευόμενος, υπό την επιρροή του κατώτερου εγώ του, πιστεύει ακόμη, ότι η εξωτερική πραγματικότητα είναι «αντικειμενική» και  βρίσκεται έξω από τον έλεγχο του, ότι δηλαδή του συμβαίνει από μόνης της «εκεί έξω», χωρίς να μπορεί αυτός να την επηρεάσει σημαντικά.

Σε επίπεδο πνευματικής κατάστασης, συνήθως σε αυτήν τη φάση υπάρχει η «υποσυνείδητη» πίστη, σ’ ένα Θεό εξωτερικό, ένα Θεό παντοδύναμο μεν, που όμως δεν γνωρίζουμε εάν μπορούμε να τον «ενοχλούμε» με αιτήματα και απαιτήσεις. Δεν γνωρίζουμε εάν ακούει ή εάν απαντάει στις προσευχές και τις εκκλήσεις μας. Γενικά υπάρχει η υποσυνείδητη πίστη σ’ ένα Θεό απόμακρο και χωριστό από εμάς, από τον οποίο δεν έχουμε και πολλά να ωφεληθούμε προσωπικά, για να μην πούμε ότι μπορεί και να τον φοβόμαστε. Υπάρχει και η περίπτωση λόγω ακριβώς αυτής της πίστης να υπάρχει και ασυνείδητος φόβος και θυμός εναντίον του Θεού, για το λόγο ότι πιστεύουμε ότι μας έχει εγκαταλείψει.

Σε αυτήν την κατάσταση το κατώτερο εγώ μας πιστεύει ότι εμείς και ο Θεός έχουμε διαφορετικές επιθυμίες. Το κατώτερο εγώ δεν πιστεύει ότι ο Θεός έχει «καλές επιθυμίες» για εμάς και άρα πιστεύει ότι είναι αυτό το ίδιο που είναι υπεύθυνο και πρέπει να φροντίσει και να «αγωνιστεί» για να μπορεί να έχει. Έτσι πιστεύει ότι το ίδιο πρέπει να υλοποιεί τις σωστές και ενδεδειγμένες επιθυμίες για εμάς, αυτές που νομίζει ότι θα μας φέρουν την ευτυχία. Με αυτήν την αντίληψη των πραγμάτων από το κατώτερο εγώ μας, η ρήση προς το Θεό, το «Γενηθήτω το θέλημα Σου», ακούγεται απειλητικά στα αυτιά του εγώ. Πώς ν’ αφήσει τις επιθυμίες του στα χέρια του Θεού, όταν δεν πιστεύει ότι ο Θεός έχει καλές επιθυμίες για εμάς; Πως να δεχτεί το θέλημα του Θεού, όταν είναι πεπεισμένο ότι το θέλημα του Θεού είναι κάτι κατώτερο (γιατί αλλιώς ίσως είναι «αμαρτωλό») και σαφώς μη ικανοποιητικό για την ευτυχία μας; Πώς ν’ ακολουθήσει αυτό το θέλημα, όταν κάτω από λανθασμένες θρησκευτικές και πνευματικές πεποιθήσεις, ιδέες και αντιλήψεις, το έχει ταυτίσει σε πολλές περιπτώσεις με τη αυτοθυσία, τη στέρηση και τον πόνο; Αυτό όμως είναι το μεγαλύτερο ψέμα και η υπέρτατη πλάνη από την οποία υποφέρει το κατώτερο εγώ μας.

 

Η ύπαρξη των επιθυμιών μας, από μόνη της, είναι η απόδειξη της αγάπης του Θεού για εμάς. Τις αληθινές και αυθεντικές μας επιθυμίες, αυτές που μας οδηγούν σίγουρα στην ευτυχία, αρμονία και εσωτερική γαλήνη, μας τις έχει εμπνεύσει ο Θεός. Είναι η «Παρουσία» του Θεού μέσα μας που μας παρακινεί να έχουμε όλες τις μεγάλες και λαμπρές επιθυμίες για τον εαυτό μας και τις ζωές μας. Ο Θεός και γενικότερα η Δημιουργία, δεν κερδίζουν τίποτα, με το να διάγουμε ζωές φτώχειας, μιζέριας και πόνου. Ο Θεός θέλει οι ζωές μας να καθρεφτίζουν το μεγαλείο και τη δόξα Του γιατί αυτός είναι ο Δημιουργός μας. Όπως ένας γονιός θέλει τα καλύτερα πράγματα για τα παιδιά του, όπως θέλει αυτά να επιτύχουν σπουδαία πράγματα στις ζωές τους, γιατί η επιτυχία τους δοξάζει και το γονιό, έτσι και ο Θεός θέλει οι ζωές μας να αποκαλύπτουν την αληθινή Του φύση, τη φύση της αγάπης, της αφθονίας, της ευημερίας, της καλοσύνης και αγαθότητας Του. Το γενηθήτω το θέλημα Σου, δεν αφορά τις επιθυμίες μας και το είδος αυτών των επιθυμιών. Αυτές είναι δεδομένο ότι είναι καλές και Θεϊκές (όταν είναι αυθεντικές και γνήσιες και όχι επίπλαστες κάτω από την τοξική επιρροή της κοινωνίας και του marketing), αφού όπως είπαμε μέσω των επιθυμιών αποκαλύπτεται ο Θεός μέσα μας και μας γνωστοποιεί την παρουσία Του. Η επίκληση μας προς το Θεό, μέσω του «γενηθήτω το θέλημα Σου», αφορά τον τρόπο και τον χρόνο υλοποίησης τους. Με την συγκεκριμένη επίκληση, εγκαταλείπουμε και παραδίδουμε στη Σοφία του Θεού τον άριστο τρόπο και χρόνο υλοποίησης των επιθυμιών μας. Εμπιστευόμαστε απόλυτα τη Σοφία Του, ότι Αυτός ξέρει ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος και χρόνος ώστε να μας έρθουν υλοποιημένες οι επιθυμίες μας στον υλικό κόσμο. Δεν τίθεται ποτέ εν αμφιβόλω, η υλοποίηση των επιθυμιών αυτών κάθε αυτών, γιατί όπως είπαμε αυτές είναι Θεϊκές και ο Θεός επιθυμεί περισσότερο από εμάς την υλοποίηση τους. Το μόνο που ζητάμε είναι αυτές να συμβούν με τον άριστο τρόπο, τον πιο αρμονικό και στον κατάλληλο χρόνο, ώστε η υλοποίηση αυτών των επιθυμιών να μας ωφελήσει αληθινά. Ξέρουμε ότι ο τρόπος του Θεού θα εξυπηρετήσει απόλυτα την ανώτερη πνευματική σκοπιμότητα των επιθυμιών, που είναι από τη μια να προάγουν την πνευματική μας εξέλιξη και κατανόηση αλλά και από την άλλη να έχουμε ευτυχείς και πλήρεις ζωές και στο υλικό γήινο πεδίο! Το να αφήσουμε την ευθύνη υλοποίησης των επιθυμιών μας στο Θεό, είναι κάτι πολύ ανακουφιστικό. Παύουμε να κουβαλάμε το φορτίο και την αγωνία για την υλοποίηση τους. Με αυτόν τον τρόπο γινόμαστε πάλι σαν ανέμελα παιδιά, που απολαμβάνουν εκστατικά το παιχνίδι τους, ενώ ξέρουν (δεν χρειάζεται καν να το σκεφτούν) πως οι γονείς τους έχουν φροντίσει για όλα όσα έχουν ανάγκη και χρειάζονται. 

Δυστυχώς όμως για το κατώτερο εγώ μας τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όλη αυτή, η λανθασμένη μεν αλλά υπαρκτή δε, πίστη του εγώ μας, σ’ ένα Θεό χωριστό από εμάς, που δεν ενδιαφέρεται για τις επιθυμίες μας, μας κάνει να νιώθουμε τελείως μόνοι και αβοήθητοι. Με αποτέλεσμα χωρίς να το καταλαβαίνουμε να μειώνουμε κατά πολύ το εσωτερικό μας Φως και κατά συνέπεια τη δύναμη και δυνατότητα μας να επιτρέπουμε συνειδητά να εκδηλώσουμε στην υλική μας εξωτερική πραγματικότητα αυτά που αληθινά επιθυμούμε.

Σε αυτή τη φάση της εξέλιξης μας, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, το πάνω χέρι, το έχει ακόμη η κατώτερη μας προσωπικότητα. Η αντίληψη μας για την πραγματικότητα, σχεδόν απόλυτα ταυτίζεται με αυτήν του κατώτερου εγώ μας. Όπως γίνεται αντιληπτό, βιώνουμε έντονα την εμπειρία της χωριστικότητας-φόβου, από την οποία υποφέρει το κατώτερο εγώ μας και αυτό έχει μια δυσμενή συνέπεια στην υλοποίηση των επιθυμιών μας. Θεωρούμε ασυνείδητα, ότι η υλοποίηση των επιθυμιών μας, βρίσκεται έξω από τον προσωπικό μας έλεγχο. Νιώθουμε ότι η πηγή της ικανοποίησης και υλοποίησης τους είναι στον εξωτερικό κόσμο, τον οποίο θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να τον ελέγξουμε άμεσα και αποτελεσματικά, τουλάχιστον στο βαθμό που θα επιθυμούσαμε. Θεωρούμε ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι της εξωτερικής πραγματικότητας μας, έχουν τη δύναμη είτε να μας προσφέρουν είτε να μας στερήσουν την υλοποίηση των επιθυμιών μας.

Αυτή η αντίληψη όπως είπαμε, μας εξωθεί στο να έχουμε μια στάση συγκρουσιακή και αντίστασης με την εξωτερική μας πραγματικότητα. Αυτή η ασυνείδητη στάση και κοσμοαντίληψη μας, δυσχεραίνει πάρα πολύ αυτό που κατανοεί το κατώτερο εγώ μας ως συνειδητή δημιουργία. Γι’ αυτό το κατώτερο εγώ μας σαν λύση επιζητεί τη συνεχή αναζήτηση καινούργιων τεχνικών και μεθόδων. Θεωρεί ότι πρέπει να βρει «ανώτερες» τεχνικές, που θα το κάνουν πιο δυνατό και ικανό έτσι ώστε να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό και τη σύγκρουση της εξωτερικής πραγματικότητας που θεωρεί ότι επικρατεί στον έξω κόσμο και πρέπει αναπόφευκτα να αντιμετωπίσει.

Όλη αυτή η φοβική και συγκρουσιακή κοσμοαντίληψη για την εξωτερική πραγματικότητα, έχει τη ρίζα της στην ψευδαίσθηση της χωριστικότητας και του φόβου, από την οποία υποφέρει ανελέητα η κατώτερη μας προσωπικότητα, το κατώτερο μας εγώ.

Και όσο πιο αδύναμο και απειλούμενο νιώθει το κατώτερο εγώ μας, τόσο μεγαλώνει η ανασφάλεια και η αγωνία του και τόσο περισσότερο θ’ αναζητεί μετά μανίας καινούργιες πιο ισχυρές και υποτιθέμενα πιο αποτελεσματικές μεθόδους και τεχνικές.

 

Σε αυτήν τη φάση της πνευματικής του ανάπτυξης, ο εκπαιδευόμενος, επειδή το πάνω χέρι το έχει ακόμη η κατώτερη προσωπικότητα του, πιστεύει πολύ στους «στόχους» και την αξία υποστήριξης τους. Ότι δηλαδή πρέπει να θέτει στόχους, να είναι ξεκάθαρος ως προς αυτούς, να εστιάζεται θετικά σε αυτούς και γενικότερα να επιδιώκει την υλοποίηση τους με «μαγικούς» ή μη τρόπους. Όταν λέμε μαγικούς, εννοούμε τους ενεργειακούς (αόρατους) τρόπους πρόκλησης αλλαγών στην υλική πραγματικότητα. Ότι δηλαδή είναι στην ουσία όλες οι μέθοδοι και τεχνικές κατασκευής πραγματικότητας.

Όλη όμως αυτή τη διαδικασία της στοχοθεσίας αλλά και της προσπάθειας υλοποίησης των στόχων, ανεξαρτήτου μεθόδου που χρησιμοποιείται, εάν την δούμε από μια ανώτερη πνευματική σκοπιά, αποκαλύπτει μια μεγάλη αδυναμία, που στην πράξη είναι η βασική αδυναμία του κατώτερου εγώ μας.

Στην ουσία μέσα από την στοχοθεσία και τον ορισμό των στόχων, το κατώτερο εγώ μας, προσπαθεί ν’ ανακοινώσει στο Θεό (Σύμπαν), τις επιθυμίες μας. Η κατώτερη προσωπικότητα μας προσπαθεί να πει στο Θεό, τι θέλουμε να κάνει αυτός για εμάς. Προσπαθούμε να τον κάνουμε «συνεργό» μας και να Του δώσουμε κατά κάποιο τρόπο οδηγίες στο πως πρέπει να εξελιχθούν τα πράγματα. Έτσι όπως φυσικά αντιλαμβανόμαστε εμείς τις καταστάσεις, με βάση την πολύ περιορισμένη κατανόηση των πραγμάτων και της πραγματικότητας από την οπτική της προσωπικότητας μας.

Όπως είπαμε και παραπάνω, σε αυτήν τη φάση της ανάπτυξης μας, το κατώτερο εγώ μας, δεν πιστεύει ότι ο Θεός επιθυμεί να μας δώσει αυτά που εμείς αληθινά θέλουμε, έτσι το «γενηθήτω το θέλημα Σου» του είναι πρακτικά κάτι άχρηστο, αν όχι και επικίνδυνο. Σε βαθύτερο επίπεδο, το κατώτερο εγώ μας δεν επιθυμεί να λάβει ξεκούραστα και ανέμελα από το Θεό. Υποσυνείδητα αντιστέκεται σε αυτό γιατί αυτό θα κλόνιζε την αντίληψη της ορθότητας του περί χωριστικότητας με το Θεό και την πίστη του στην ύπαρξη ενός Θεού «αδιάφορου» για εμάς ή ακόμη και σκληρού, τιμωρού ή και εκδικητικού. Το εγώ έχει στηρίξει την ύπαρξη του στην αντίληψη ενός Θεού απόμακρου που δεν ενδιαφέρεται για εμάς, άρα είναι το ίδιο το εγώ αυτό που πρέπει να φροντίσει για αυτά που επιθυμούμε να έχουμε στη ζωή. Με αυτόν τον τρόπο το εγώ επιβάλλει την παρουσία του κυρίαρχα εντός του νου μας και μας πείθει για την χρησιμότητα του! Έχει στην ουσία αναλάβει το ρόλο να υποκαταστήσει τον «αδιάφορο» Θεό και να μας προσφέρει όλα αυτά που μας «αρνείται ο σκληρός ή αδιάφορος Θεός». 

Έχοντας έτσι δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της ύπαρξης του και τον  κυρίαρχο ρόλο του στις ζωές μας, το κατώτερο εγώ μας επιβάλει τον τρόπο δράσης του. Ένα τρόπο όμως δυσαρμονικό με το σύνολο της Δημιουργίας που μας φέρνει περισσότερο πόνο και δυστυχία.

Είναι συνεχώς προσκολλημένο στο τι θέλει να αποκομίσει από τη ζωή, στο τι θα πάρει από τη ζωή. Απαιτεί συνεχώς και θυμώνει όταν δεν παίρνει αυτό που πιστεύει ότι επιθυμεί και πρέπει να πάρει από αυτήν. Μόνο που αυτή η σχεδόν εμμονική απαίτηση του να πάρουμε από τη ζωή αυτό που πιστεύουμε ότι θέλουμε, αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο μέσα μας. Αποκαλύπτει μια βαθιά εδραιωμένη πίστη του εγώ μας αλλά και δική μας αφού ταυτιζόμαστε με το εγώ μας, στην έλλειψη. Ότι δηλαδή δεν έχουμε αρκετά και μάλλον ούτε θα έχουμε και γι’ αυτό δεν είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι με τη ζωή μας. Πώς να είμαστε άλλωστε όταν πιστεύουμε ότι δεν έχουμε πάρει αρκετά από τη ζωή και είμαστε σε συνεχή έλλειψη; Μόνο που αυτή η στάση του κατώτερου εγώ μας, γίνεται μια υποσυνείδητη πεποίθηση που προβάλλεται ασυνείδητα συνεχώς προς την εξωτερική μας πραγματικότητα και φυσικά η υλική εξωτερική πραγματικότητα επιβεβαιώνει συνεχώς αυτή μας την εσωτερική  πεποίθηση, αυτή μας τη σκέψη και νοοτροπία. Έτσι όσα και να πάρουμε από τη ζωή ποτέ δεν είναι αρκετά για το κατώτερο εγώ μας.

Δυστυχώς η εξωτερική μας πραγματικότητα, που στη φύση της είναι ουδέτερη, δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αντικατοπτρίσει τη βασική μας πεποίθηση στην έλλειψη, την οποία υποσυνείδητα προβάλλουμε προς τα έξω. Έτσι μας δίνει αυτό ακριβώς που της ζητάμε, έστω και ασυνείδητα, δηλαδή περισσότερες καταστάσεις όπου θα νιώθουμε και θα αποδεικνύεται ότι δεν έχουμε αρκετά.

Εδώ βρίσκεται και ο μηχανισμός δημιουργίας της απληστίας. Η απληστία δημιουργείται γιατί το κατώτερο εγώ μας νιώθει συνεχώς μεγάλη ανασφάλεια και έλλειψη, την οποία προσπαθεί να θεραπεύσει με το να επιχειρεί να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά που νομίζει ότι του λείπουν. Αλλά επειδή η τρύπα είναι εσωτερική, επειδή η τρύπα είναι το ίδιο το κατώτερο εγώ και η λανθασμένη νοοτροπία του που γεννάται από τις μη Θεϊκές του σκέψεις (δυσαρμονικές), αυτή η τρύπα δεν μπορεί ποτέ να γιατρευτεί. Παραμένει συνεχώς σαν μια ανοιχτή πληγή που συνεχώς πυορροεί και κακοφορμίζει!          

Σε αυτό το στάδιο ο εκπαιδευόμενος χρειάζεται σε μεγάλο βαθμό την «τεχνική βοήθεια» του Συστήματος Μορφογένεσις. Ενώ αναγνωρίζουμε ότι η αίσθηση της χωριστικότητας-φόβου άρα και της έλλειψης είναι ψευδαισθητική στη βάση της, εντούτοις η εμπειρία της χωριστικότητας που βιώνει το κατώτερο εγώ, του «εντυπώνεται» ως  αληθινή, οπότε δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε και απλά να την απορρίψουμε. Πρέπει τουλάχιστον αρχικά να την χειριστούμε ως αληθινή, έτσι ακριβώς όπως την αντιλαμβάνεται το κατώτερο εγώ μας. Και αυτό κάνουμε στην πράξη. Με το πρώτο επίπεδο, παρέχεται ένα πλήρες και ολοκληρωμένο τεχνικά και ενεργειακά σύστημα υλοποίησης που κάνει τον εκπαιδευόμενο να σταθεί στα πόδια του, ανεξάρτητα του βαθμού ταύτισης του με το κατώτερο εγώ του. Ταυτόχρονα όμως του δίνεται και μια καινούργια πνευματική προοπτική. Από εκεί που ένιωθε «πνευματικά» αποκομμένος, βλέπει ξαφνικά να του δίνεται μια πολύ μεγάλη βοήθεια. Βλέπει ότι του ανοίγεται ένα νέο παράθυρο και μια νέα ευκαιρία πνευματικής φύσεως. Πέραν από την υλοποίηση του στόχου που έχει τεθεί, του δίνεται ταυτόχρονα η δυνατότητα να θέσει τα θεμέλια για την ουσιαστική πνευματική του ανάπτυξη, μέσω της διεύρυνσης της πνευματικής του κατανόησης στα ζητήματα της συνειδητής δημιουργίας (ή Θεϊκής αποκάλυψης, όπως είπαμε ότι θα ήταν το πιο σωστό να ονομάζεται η διαδικασία της συνειδητής δημιουργίας) αλλά και της αληθινής του πνευματικής φύσης. Έτσι η υλοποίηση του στόχου υπηρετεί ένα διπλό σκοπό. Από τη μια καλύπτει την όποια πρακτική ανάγκη υπάρχει στο υλικό γήινο πεδίο (αν και η δόνηση της «ανάγκης» από μόνη της είναι αντιμαγνητική και μη ελκτική, δηλαδή απωθητική, γι’ αυτά που θέλουμε) αλλά από την άλλη χρησιμοποιείται ως μέσο και αφορμή για μεγαλύτερη πνευματική κατανόηση και αφύπνιση. 

 

Σε αυτό το στάδιο, ανάλογα το χαρακτήρα και τον ιδιαίτερο πνευματικό δρόμο της ψυχής του κάθε εκπαιδευόμενου, είναι δυνατόν να υπάρξουν υλοποιήσεις που αγγίζουν τα όρια του θαύματος (πχ θεραπείες από σοβαρές ασθένειες), εάν αυτό είναι κάτι που χρειάζεται άμεσα ο εκπαιδευόμενος ή εάν χρειάζεται άλλες σημαντικές υλοποιήσεις.

Υπάρχει όμως και η περίπτωση ο ιδιαίτερος δρόμος της ψυχής του εκπαιδευόμενου να εξυπηρετείτε καλύτερα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Να μην χρειάζεται τόσο μια άμεση και μεγάλη εξωτερική εκδήλωση (υλοποίηση) αλλά να χρειάζεται αρχικά περισσότερη και μεγαλύτερη πνευματική κατανόηση και ανάπτυξη.

Πολλές φορές όταν βρισκόμαστε (δηλαδή το κατώτερο εγώ μας) κάτω από κάποιου είδους εξωτερική πίεση ή έλλειψη, «στοχεύουμε» στην επίτευξη ενός στόχου που νομίζουμε ότι θα μας βγάλει, έστω και προσωρινά, από την τρέχουσα δύσκολη κατάσταση, από την ανάγκη που την αντιλαμβανόμαστε ως αδιέξοδο. Και αυτό είναι φυσικά θεμιτό αν και όπως είπαμε από καθαρά ενεργειακή και δονητική άποψη η κατάσταση της ανάγκης δεν είναι τόσο μαγνητική-ελκτική κατάσταση. Το κυρίως πρόβλημα όμως είναι, ότι την όλη κατάσταση τη διαχειρίζεται το κατώτερο εγώ μας με βάση τους περιορισμούς και την περιορισμένη του αντίληψη για τις αιτίες εκδήλωσης της προβληματικής κατάστασης. Έτσι ο κατώτερος μας εαυτός, κάτω από την πίεση των συνθηκών και των γεγονότων, είναι επιρρεπής να δεχτεί το οτιδήποτε φαίνεται να του προσφέρει μια λύση, όσο κακή ή ελλιπής και εάν είναι αυτή μακροπρόθεσμα. 

Δυστυχώς σε αυτήν την κατάσταση η κατώτερη προσωπικότητα μας δεν μπορεί να αντιληφθεί την ευρύτερη εικόνα και το γεγονός ότι ο ανώτερος εαυτός μας έχει για εμάς πολύ μεγαλύτερα σχέδια από αυτά που μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτό που είναι απαραίτητο να τονιστεί, είναι ότι στην ουσία οι στόχοι που θέτει η κατώτερη προσωπικότητα μας είναι πολύ μικροί μπροστά σε αυτά που θέλει να μας προσφέρει ο ανώτερος εαυτός μας εάν του το επιτρέψουμε. Ο ανώτερος εαυτός μας προσπαθεί να μας οδηγήσει σ’ εκείνο το πνευματικό στάδιο ανάπτυξης, σ’ εκείνο το επίπεδο διεύρυνσης της συνειδητότητας μας, όπου θα μπορούν να υλοποιηθούν τα μεγάλα μας όνειρα, οι αληθινές και βαθιές επιθυμίες της καρδιάς μας που οδηγούν σε μια ζωή ευτυχίας, αγάπης, πληρότητας και ανώτερου σκοπού στο γήινο φυσικό πεδίο που διαβιούμε. Αυτές οι επιθυμίες που θα πραγματώσουν το εσωτερικό μας μεγαλείο, το έργο της ζωής μας, το εσωτερικό μας χάρισμα, με το οποίο έχουμε έρθει προικισμένοι εσωτερικά όλοι οι άνθρωποι και ανυπομονεί να του δοθεί η ευκαιρία να εκφραστεί και να εκδηλωθεί στον υλικό εξωτερικό κόσμο!

Και σε αυτό το σημείο η γνώση του Συστήματος Μορφογένεσις έρχεται για να καλύψει αυτήν την ανάγκη και να βοηθήσει τους εκπαιδευόμενους και να καλύψουν την πρακτική τους ανάγκη, από την οποία υποφέρει το κατώτερο εγώ μας αλλά ταυτόχρονα να διευρύνει την πνευματική μας αντίληψη σχετικά με το τι είναι δυνατόν να επιτύχουμε ως ανώτερα πνευματικά όντα του Φωτός και της Αγάπης και όχι μόνο ως απλοί υλικοί άνθρωποι.

 

Να επισημάνουμε εδώ ότι η αληθινή ευτυχία, μπορεί να προέλθει μόνο από τον ανώτερο πνευματικό μας εαυτό. Όταν την ευτυχία προσπαθεί να την δημιουργήσει το κατώτερο εγώ μας, τότε η ευτυχία μετατρέπεται σε κάτι άπιαστο. Το κατώτερο εγώ το μόνο που καταφέρνει τελικά, είναι να μετατρέψει το κυνήγι της ευτυχίας σε νεύρωση (γι’ αυτό και πέφτει στα δίχτυα του marketing). Το εγώ πιστεύει ότι μέσω της επίτευξης των στόχων που αυτό θέτει, θα καταφέρει να προσεγγίσει και να επιτύχει την ευτυχία. Αυτό όμως είναι μια απατηλή ψευδαίσθηση. Η ευτυχία δεν μπορεί να προσεγγιστεί με «σχέδιο δράσης» και μάλιστα εκπονημένο από το κατώτερο εγώ μας και τους περιορισμούς που αυτό κουβαλάει. Η ευτυχία είναι κατάσταση ύπαρξης και αυτό είναι στην απόλυτη δικαιοδοσία του ανώτερου Θεϊκού εαυτού μας. Το κατώτερο εγώ μας πιστεύει ότι η επίτευξη των στόχων θα φέρει την ευτυχία, ενώ ο ανώτερος εαυτός μας γνωρίζει ότι η πνευματική κατάσταση της ευτυχίας, που είναι και η φυσική πνευματική μας κατάσταση, είναι αυτή που φέρνει την άκοπη επίτευξη των στόχων μας και στο υλικό πεδίο. Το επαναλαμβάνουμε για να το εμπεδώσουμε καλύτερα, «η επίτευξη των στόχων δεν θα μας φέρει την ευτυχία αλλά η ευτυχία θα φέρει την επίτευξη των στόχων μας»!

 

Να πούμε εδώ ότι μεγαλύτερη δυσκολία του κατώτερου εγώ μας στο να χρησιμοποιήσει της μεθόδους συνειδητής δημιουργίας, όπως το Σύστημα Μορφογένεσις, είναι ότι έχει αντικρουόμενες ιδέες σχετικά με τη συνειδητή δημιουργία με ενεργειακούς τρόπους. Ένα μέρος του θέλει να πιστέψει σε αυτήν την ιδέα. Του ακούγεται ωραίο και πιο εύκολο, εάν όλα αυτά περί συνειδητής δημιουργίας με ενεργειακό τρόπο είναι αληθινά αλλά την ίδια στιγμή, ένα άλλο μέρος του δυσπιστεί έντονα σε όλα αυτά. Δεν πιστεύει ότι είναι αλήθεια, όσο καλά και ωραία και ν’ ακούγονται. Έτσι ουσιαστικά το κατώτερο εγώ μας είναι σε εσωτερική διαμάχη. Από τη μια θέλει να δοκιμάσει μήπως βρει ένα καλύτερο και πιο εύκολο τρόπο να τα καταφέρει στη ζωή, από την άλλη όμως θέλει «αποδείξεις», δεν πείθεται μόνο με λόγια και αυτό είναι σωστό από μια άποψη γιατί τα πάντα τελικά κρίνονται στην πράξη. Οπότε για να βγει από αυτή την εσωτερική δυσκολία βρίσκει την εξής λύση. Λέει από μέσα του, «θα δοκιμάσω να δω εάν είναι αλήθεια χωρίς όμως να πολυενθουσιαστώ, μέχρι να δω τελικά τι ισχύει και τι είναι αλήθεια». Και αυτό ακούγεται λογικό για κάποιον να το κάνει, μόνο που υπάρχει ένα πολύ βασικό μειονέκτημα. Το μέρος του εγώ που δυσπιστεί, δεν αντιλαμβάνεται ότι στην ουσία την ίδια στιγμή που αμφιβάλει θέτει μια «εσωτερική πρόθεση». Είναι σαν να ζητάει οι αμφιβολίες του να καθρεφτιστούν στην εξωτερική πραγματικότητα μέσα από τη διαδικασία της συνειδητής δημιουργίας. Και αυτό γίνεται κάθε φορά, οι αμφιβολίες του αποδεικνύονται πάντοτε «αληθινές», γίνεται κάτι σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, χωρίς όμως το κατώτερο εγώ να έχει αντιληφθεί τον ρόλο του ως «συνειδητού δημιουργού» μέσω των αμφιβολιών του! Εάν αυτό το κομμάτι που δυσπιστεί είναι πολύ πιο ισχυρό από το κομμάτι που θέλει να δοκιμάσει, θα «προβάλλει» στην εξωτερική πραγματικότητα αυτή του τη δυσπιστία (υποσυνείδητη πρόθεση) και τελικά η εξωτερική πραγματικότητα θα το επιβεβαιώσει. Θα αποτύχει να δημιουργήσει αυτό που θα έχει βάλει ως στόχο για υλοποίηση και έτσι θα καταλήξει στο συμπέρασμα, «το ήξερα ότι αυτές οι ιδέες δεν δουλεύουν». Θα υλοποιεί πάντοτε τις αμφιβολίες του, το οποίο γεγονός, κατά ένα παράδοξο τρόπο είναι η απόδειξη που έψαχνε ότι η όλη διαδικασία δουλεύει. Χωρίς ούτε μία αποτυχία θα υλοποιεί πάντοτε τις αμφιβολίες του! Μόνο που δεν το αντιλαμβάνεται αυτό και απλά μέσα στην άγνοια του απορρίπτει την όλη διαδικασία ως μη αληθινή ή εάν δεν θέλει να γενικεύσει, ως κάτι που δεν είναι γι’ αυτό, δεν του ταιριάζει!

Γι’ αυτό σας εφιστούμε την προσοχή ποτέ να μην χρησιμοποιήσετε την διαδικασία της συνειδητής δημιουργίας με κύρια (ή και αποκλειστική) πρόθεση να δείτε και ν’ αποδείξετε εάν δουλεύει ή όχι. Δε θα δουλέψει γιατί κάθε φορά θα υλοποιεί την ισχυρή εσωτερική σας πρόθεση της αμφιβολίας.    

Δεύτερο στάδιο εξέλιξης

 

Στο δεύτερο επίπεδο συνεχίζουμε ουσιαστικά το ταξίδι της πνευματικής μας ανάπτυξης. Οι εκπαιδευόμενοι σε αυτό το επίπεδο διευρύνουν την πνευματική τους κατανόηση. Αν και ακόμη συνεχίζουμε και έχουμε τη συνειδητότητα και την πίστη μας σ’ ένα Θεό εξωτερικό, χωριστό από εμάς, εντούτοις προχωράμε ένα βήμα, πιο «κοντά» στο Θεό. Αρχίζουμε και έχουμε συνείδηση και κατ’ επέκταση πίστη, σ’ ένα Θεό που μας αγαπάει εμάς τους ίδιους τους ανθρώπους προσωπικά. Που νοιάζεται για όλα τα θέματα μας, ένα Θεό θα λέγαμε που έχει πρόσωπο και που έχει πάντοτε τη ματιά Του επάνω μας και μας προστατεύει. Νιώθουμε να μας στέλνει τις ευλογίες Του, την αγάπη και τη φροντίδα Του και είμαστε ευγνώμονες για αυτήν την προσωπική Θεϊκή Πρόνοια που λαμβάνουμε.

Αυτή η προσέγγιση, αυτό το βήμα, μειώνει την «απόσταση» που ασυνείδητα και λανθασμένα πιστεύαμε ότι μας χώριζε από το Θεό. Αρχίζουμε και σπάμε πολλά στερεότυπα αντίστασης μέσα μας, στερεότυπα αιώνων. Αρχίζουμε κατά κάποιο τρόπο και βάζουμε το Θεό μέσα μας. Από εκεί που ήταν 100% εξωτερικός και δεν ξέραμε εάν μας ακούει, εάν μπορούσαμε και επιτρεπόταν  να του μιλάμε, το πότε και πώς να απευθυνθούμε σε Αυτόν, αρχίζουμε πλέον και ένα μεγάλο Του κομμάτι το εσωτερικοποιούμε. Ακόμη βέβαια είμαστε στην ψευδαίσθηση της χωριστικότητας αλλά την έχουμε χαλαρώσει αρκετά. Ταυτόχρονα δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για να αφεθούμε στην τέλεια εσωτερική παράδοση που οδηγεί στην κατάσταση της Θεουργίας. Το δεύτερο επίπεδο του Συστήματος Μορφογένεσις, το κομμάτι των εφαρμογών, μας υποστηρίζει και μας βοηθάει σε αυτό το ενδιάμεσο βήμα. Μας βοηθάει να αναπτύξουμε μια πιο προσωπική και υποστηρικτική σχέση εμπιστοσύνης με το Θεϊκό. Μας δίνετε επίσης η πνευματική γνώση που ξεδιαλύνει πολλές λανθασμένες μας πεποιθήσεις σχετικά με το Θεό αλλά και την πνευματική ζωή μας στο υλικό πεδίο ως ενσαρκωμένοι πνευματικοί άνθρωποι, φορείς του Θεϊκού Φωτός και Αγάπης.

Το αληθινό πνευματικό μας έργο και αποστολή ως πνευματικοί άνθρωποι, ως αρμονικοί συνειδητοί συνδημιουργοί της υλικής πραγματικότητας, είναι η «πνευματικοποίηση της ύλης» και αυτό σημαίνει γείωση του πνευματικού Φωτός σε υλικό επίπεδο. Η γείωση επιτυγχάνεται μόνο μ’ έναν τρόπο. Με τη βίωση της χαράς της εμπειρίας του να είμαστε στο υλικό γήινο πεδίο ως πνευματικοί άνθρωποι με φυσικά σώματα. Μόνο απολαμβάνοντας αληθινά και με την καρδιά μας, όλα όσα έχει να μας προσφέρει ο υλικός κόσμος, μπορούμε να γειώσουμε αποτελεσματικά την πνευματική ενέργεια του Φωτός και της Αγάπης πάνω στην ύλη του φυσικού γήινου πεδίου. Μόνο όταν υλοποιούμε τις αληθινές και βαθιές μας υλικές επιθυμίες, που προέρχονται από την αλήθεια του Θεϊκού ανώτερου εαυτού μας, ανοίγουμε το δρόμο για να έρθει περισσότερο πνευματικό Φως και Αγάπη στη γη.

Απολαμβάνουμε την υλική εμπειρία πραγματικά και διευκολύνουμε την όλη γείωση του Φωτός και της Αγάπης, όταν το κάνουμε με πνευματική επίγνωση της αληθινής μας φύσης. Φυσικά όχι με υπερβολική ταύτιση και προσκόλληση στην ύλη. Οι συνθήκες «ταύτισης και υπερβολικής προσκόλλησης στην ύλη» δεν είναι επιθυμητές για την πνευματική μας αφύπνιση αλλά ούτε και για την τέχνη της υλοποίησης, όσο και εάν αυτό ακούγεται οξύμωρο. Η υπερβολική ταύτιση και προσκόλληση στην ύλη, έχουν τις ρίζες τους στο φόβο, την ανασφάλεια και την βαθιά ασυνείδητη πίστη στην έλλειψη, δηλαδή σε στερεότυπα και πεποιθήσεις που είναι κατεξοχήν της κατώτερης εγωικής ενέργειας.

Την όλη διαδικασία της συνειδητής δημιουργίας του Φωτός, την κάνουμε ανάλαφρα, ανέμελα, σαν παιχνίδι, χωρίς κόπο και μόχθο, γιατί όπως είπαμε επί της ουσίας είναι μια διαδικασία Θεϊκής αποκάλυψης αλλά επίσης γιατί μόνο τότε αξίζει και έχει γούστο. Εξάλλου όλη η εκδήλωση της συμπαντικής Δημιουργίας είναι μια έκρηξη και έκφραση της χαράς και αγάπης του Δημιουργού!

Σε καμία περίπτωση επίσης, δεν βοηθάει η παλιά στάση, του πνευματικού αναχωρητισμού ή της υλικής στέρησης, όπως λανθασμένα καλλιεργήθηκε και επικράτησε ως δήθεν ανώτερη πνευματική ιδέα για αιώνες. Όταν δεν επιτρέπουμε να υλοποιήσουμε τις αληθινές υλικές μας επιθυμίες, ακόμη και εάν αυτό γίνεται στο όνομα μιας υποτιθέμενης υψηλότερης πνευματικότητας, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα και κίνδυνος ταυτόχρονα. Από μέσα μας θα νιώθουμε διαρκώς, έστω και υποσυνείδητα, αδικαίωτοι, και αυτό είναι μια πολύ κακή συνθήκη για την συνολική πνευματική μας πορεία. Το πιο πιθανό είναι, αυτό το υποβόσκον συναίσθημα, ότι δηλαδή, η υλική μας ζωή είναι «αδικαίωτη», να το καταπιέσουμε και να το καταπνίξουμε γιατί θα μας είναι άβολο και ενοχλητικό και γιατί δεν θα μπορούμε να το διαχειριστούμε συνειδητά. Αυτό όμως μακροπρόθεσμα θα μας δημιουργήσει εσωτερικά μεγάλη σύγκρουση, όσο και να προσπαθήσουμε να το καταπνίξουμε, και στο τέλος κινδυνεύουμε να νοσήσουμε βαριά, είτε ψυχικά, είτε σωματικά, βάζοντας έτσι σε κίνδυνο ματαίωσης και όλη την πνευματική μας πορεία μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ας είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτό το ζήτημα και ας μην αγνοούμε τις υλικές μας επιθυμίες, όσο πεζές και γήινες και εάν τις χαρακτηρίζουμε. Για να τις έχουμε τις συγκεκριμένες επιθυμίες κάποιος ανώτερος λόγος θα υπάρχει. Επίσης σε καμιά περίπτωση δεν βοηθάει και η προσκόλληση του κατώτερου εγώ μας στην ιδέα του μόχθου και της προσπάθειας ακόμη και εάν αυτή έχει υιοθετηθεί και γίνεται στο όνομα της πνευματικής ζωής.

Εδώ θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό σχετικά με την έννοια και τον ορισμό του πνευματικού ανθρώπου στον γήινο υλικό κόσμο. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ο πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που ενδιαφέρεται πρώτιστα και ίσως αποκλειστικά για τα πνευματικά ζητήματα, για τους ανώτερους πνευματικούς κόσμους, για το αόρατο, για το Θείο. Και αυτό είναι σωστό εν μέρει αλλά δεν είναι ολοκληρωμένο. Ο πνευματικός άνθρωπος που βρίσκεται ενσαρκωμένος στο γήινο υλικό πεδίο, για να είναι ολοκληρωμένος πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ικανότητα της καθιέρωσης. Δηλαδή την ικανότητα της γείωσης και της υλοποίησης. Εξάλλου και η λέξη καθιέρωση, ετυμολογικά σημαίνει ότι κατεβάζω το ιερό, δηλαδή φέρνω το ανώτερο (πνευματικό) στο κατώτερο (υλικό). Ανώτερο και κατώτερο όχι με την έννοια του διαχωρισμού ως καλύτερο ή χειρότερο αλλά ιεραρχικά στην εκδήλωση των κόσμων. Ικανότητα καθιέρωσης σημαίνει υλοποίηση στόχων, του να επιτρέψουμε οι πνευματικοί μας σκοποί και στόχοι να εκδηλωθούν (υλοποιηθούν) στο γήινο πεδίο. Να επιτρέψουμε η εσωτερική πνευματική μας αλήθεια και αξίες, να αποκαλυφθούν στον εξωτερικό υλικό κόσμο. Μόνο τότε αποκτά ολοκληρωμένη ποιότητα η ιδιότητα μας ως πνευματικοί άνθρωποι στο υλικό πεδίο, όταν δηλαδή επιτρέπουμε την αρμονική συνέργεια και των δύο αυτών όψεων της ύπαρξης μας. Σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν ευνοούμε την μια όψη εις βάρος της άλλης το αποτέλεσμα θα είναι η δυσαρμονία, ο πόνος και η δυστυχία και τελικά ίσως και ματαίωση της διαδικασίας της πνευματικής μας αφύπνισης.    

 

Τρίτο στάδιο εξέλιξης

 

Στο τρίτο στάδιο, η εξέλιξη του Συστήματος Μορφογένεσις αφορά τη «Θεουργία». Στην κατάσταση της Θεουργίας, οι πνευματικοί άνθρωποι, ως Υπέρμαχοι πλέον του Φωτός, ως αρμονικοί συνειδητοί συνδημιουργοί της εξωτερικής υλικής μας πραγματικότητας, παύουμε να λειτουργούμε με τους γνωστούς τρόπους, παύουμε να στηριζόμαστε σε τεχνικές και πρωτόκολλα.

Αναφέραμε πιο πάνω ότι στο πρώτο επίπεδο το πάνω χέρι έχει το κατώτερο εγώ μας και στην ουσία μέσω των στόχων που θέτει, προσπαθεί να υποδείξει στο Θεό τι να κάνει για εμάς. Στην κατάσταση της Θεουργίας αντίθετα το πάνω χέρι έχει ο ανώτερος εαυτός μας ο οποίος είναι σαν να ρωτάει το Θεό τι μπορούμε να κάνουμε εμείς για Εκείνον. Είναι η κατάσταση της παράδοσης στο Θεϊκό θέλημα! Είναι η κατάσταση που το «Γενηθήτω το θέλημα Σου» γίνεται η μόνιμη συνθήκη της ύπαρξης μας και βίωσης της γήινης ζωής μας.

Είναι η κατάσταση όχι της «μαγείας» (με την έννοια της κατασκευής πραγματικότητας) αλλά η κατάσταση του συνεχούς Θεϊκού θαύματος στη ζωή μας. Δεν επιδιώκουμε πια να παίρνουμε αλλά να δίνουμε, γιατί σε αυτήν την κατάσταση κατανοούμε και αναγνωρίζουμε ότι ο χορηγός και ο χορηγούμενος είναι το ίδιο πράγμα.

Το να επιθυμούμε αυθεντικά και ειλικρινά να δίνουμε αποκαλύπτει κάτι άλλο βαθύτερο μέσα μας. Αποκαλύπτει τη βαθύτερη πίστη μας στην αφθονία του Θεού. Θέλουμε αυθεντικά να δώσουμε γιατί μέσα μας γνωρίζουμε αυθεντικά ότι πάντοτε έχουμε αφθονία, έχουμε πάντοτε πολύ περισσότερα από αυτά που δίνουμε. Έχουμε την αφθονία της τελειότητας του Θεού. Αυτή πλέον είναι η υποσυνείδητη και συνειδητή μας πίστη. Και όπως είπαμε και για την κατάσταση του κατώτερου εγώ, που θέλει να παίρνει γιατί μέσα του πιστεύει στην έλλειψη και αυτό τελικά αντικατοπτρίζει η εξωτερική του πραγματικότητα, το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Η εξωτερική υλική πραγματικότητα, μας επιστρέφει πίσω περισσότερη αφθονία, αντικατοπτρίζοντας την πίστη μας στην αφθονία και τελειότητα του Θεού. Μας προσφέρει περισσότερες υλικές καταστάσεις στον φυσικό κόσμο που αποδεικνύουν-καθρεφτίζουν αυτήν την πίστη μας στην αφθονία! Όλος ο κόσμος γύρω μας μοιάζει να «ομολογεί» και να γίνεται ένας ζωντανός καθρέφτης αυτής της πίστης της αφθονίας που έχουμε στην καρδιά μας!   

 

Η Θεουργία περισσότερο είναι μια κατάσταση ύπαρξης, όπου το Θεϊκό στοιχείο ρέει μέσα μας ανεμπόδιστα και απλά εκδηλώνεται στην υλική πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πλέον διαχωρισμός μεταξύ των επιθυμιών μας και της υλοποίησης τους. Είναι στην πράξη η κατάσταση βίωσης του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν», με το οποίο έχουμε δημιουργηθεί ως πνευματικοί άνθρωποι. Είναι η βίωση του Θεού πρωτίστως εντός μας και όχι αποκλειστικά έξω από εμάς. Είναι η κατάσταση της ενότητας-αγάπης του ανώτερου εαυτού μας και όχι η κατάσταση της χωριστικότητας-φόβου του κατώτερου εγώ μας. Είναι η ανάδυση του αληθινού Θεϊκού εαυτού (ανώτερου εαυτού) και η υποχώρηση του κατώτερου εγώ, όχι όμως η τέλεια εξαφάνιση του, αυτό εξάλλου δεν μπορεί να γίνει όσο βρισκόμαστε στο φυσικό υλικό πεδίο. Είναι η ευθυγράμμιση του με τον αληθινό μας Θεϊκό ανώτερο εαυτό.

Στην ουσία είναι η κατάσταση της εναρμόνισης μας με την Θεϊκή αγάπη. Είναι η εκπλήρωση της αγάπης και της ενότητας στο υλικό πεδίο.

Όλη μας η δυσκολία με την υλοποίηση των στόχων έγκειται στην κατάσταση της χωριστικότητας-φόβου που βιώνουμε ως κατώτεροι εαυτοί, ως ανθρώπινα εγώ, που νιώθουν αποκομμένα από τον Θεϊκό τους πνευματικό εαυτό. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να έχουμε υλοποιημένο άμεσα, οτιδήποτε επιθυμούμε αληθινά στην καρδιά μας, το οποίο όπως είπαμε είναι ήδη διαθέσιμο για εμάς στο Θεϊκό νου. Επειδή ως υλικοί άνθρωποι συνειδησιακά βιώνουμε την κατάσταση της χωριστικότητας, ασυνείδητα είμαστε και σε αντίσταση και άρνηση με ότι καλό και αγαθό προορίζεται πνευματικά για εμάς. Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, μέσω της χωριστικότητας-φόβου που νιώθουμε, ορθώνουμε ένα αδιαπέραστο τοίχος μεταξύ ημών (σαν κατώτερα υλικά εγώ) και του Θεού. Αυτό συμβαίνει μέσα στη συνειδητότητα μας, μέσα στην αντίληψη του κατώτερου εγωϊκού μας νου και εκεί είναι που πρέπει να διορθωθεί.

Όταν αφυπνιζόμαστε πνευματικά, αντιλαμβανόμαστε ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ χωριστικότητα μεταξύ ημών και του Θεού γιατί πάντοτε είμαστε ένα, πάντοτε βρισκόμαστε εντός του Θεού, καθώς ο ανώτερος πνευματικός μας εαυτός, είναι μόνιμα σε κατάσταση ενότητας-αγάπης εντός του απόλυτου Θεϊκού Όντος. Είναι στην κατάσταση της Θείας Χάριτος, θα λέγαμε.

Όπως είπαμε, η αντίληψη της χωριστικότητας δημιουργείται ψευδαισθητικά μόνο στο επίπεδο του κατώτερου νου αλλά αυτή η ψευδαίσθηση δυστυχώς, παράγει την εμπειρία της χωριστικότητας-φόβου στο υλικό πεδίο, η οποία μας φαίνεται (και την βιώνουμε έτσι) ως απόλυτα αληθινή. Γι’ αυτό και δεν είναι εύκολη η υπέρβαση της. Είναι ψευδαίσθηση μεν αλλά αρκετά επίμονη ως βίωμα, όπως έλεγε και ο Αϊνστάιν αναφερόμενος στην υλική πραγματικότητα.

Όταν όμως συμβαίνει η πνευματική μας αφύπνιση, τότε αφυπνιζόμαστε στην μόνη κατάσταση που είναι αληθινή σε επίπεδο πνευματικής ουσίας και είναι αυτή της ενότητας μέσω της αγάπης.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για την επίτευξη-υλοποίηση των στόχων μας; Το τέλος της συνειδητής ή ασυνείδητης αντίστασης μας προς αυτούς. Δυστυχώς το μεγάλο εμπόδιο για να φύγουμε από αυτήν την κατάσταση αντίστασης είναι η προσκόλληση του κατώτερου εγώ μας στους στόχους, τους οποίους όπως είπαμε τους αντιλαμβάνεται ως εξωτερικούς και χωριστούς από τον εαυτό τους. Σαν κάτι που πρέπει να φέρει από έξω από τον εξωτερικό κόσμο, μέσα στη ζωή και στην κατοχή του. Έτσι το κατώτερο εγώ μας, πιστεύοντας ότι δεν έχει κανένα έλεγχο πάνω στους στόχους του, αφού αυτοί είναι εξωτερικοί και χωριστοί από το ίδιο, αγωνιά συνεχώς για το πότε θα τους επιτύχει τους και με ποιόν τρόπο. Αυτή η αγωνία πηγάζει από την ψευδή πίστη και πεποίθηση του εγώ ότι η επιβίωση του ή και η ευτυχία του, βασίζεται στους στόχους αυτούς κάθε αυτούς, ως εξωτερικούς μάλιστα. Αυτή η λανθασμένη αντίληψη γεμίζει συνεχώς το εγώ μας με φόβο και αγωνία και ανάγκη να πιέσει τα πράγματα για να έχει πιο γρήγορα αποτελέσματα, με αποτέλεσμα να αναπτύσσει μεγάλη προσκόλληση πάνω στους στόχους. Χωρίς να το καταλάβει, μέσω αυτής της προσκόλλησης, κάνει αυτό που δεν πρέπει. Εσωτερικά τους αντιστέκεται. Υποσυνείδητα τους κρατάει μακριά από τον ίδιο του τον εαυτό. Μέσω αυτής της ασυνείδητης προσκόλλησης-αντίστασης δεν επιτρέπει στην ροή της ενέργειας του ανώτερου εαυτού μας να μας προσφέρει αυτά που πάντοτε είναι δικά μας Θεϊκά, που στην ουσία βρίσκονται εντός μας.

Αντίθετα όταν βιώνουμε την ενότητα-αγάπη, είμαστε ένα και με όλες τις επιθυμίες-στόχους μας. Οι στόχοι μας δεν βρίσκονται κάπου εκεί έξω αλλά είμαστε πάντοτε ένα μαζί τους εντός της συνειδητότητας μας, εντός του Θεϊκού Νου (Συμπαντικού Νου). Στην  κατάσταση της ενότητας, δηλαδή της αγάπης, δεν υπάρχει τίποτα να εμποδίσει την ελεύθερη και απρόσκοπτη ροή οποιασδήποτε Θεϊκής ευλογίας μέσα από εμάς. Η ενέργεια της αγάπης μας ενώνει με κάθε τι που επιθυμούμε. Είμαστε ήδη ένα και σε αρμονία με ότι επιθυμούμε. Δεν υπάρχει πλέον τίποτα μέσα στο νου μας και τη συνειδητότητα μας για να «αντισταθεί» σε αυτήν την Θεϊκή τελειότητα της ενότητας και αγάπης η οποία εκφράζεται ελεύθερα μέσα από εμάς. Τότε όλες οι πράξεις και όλα τα έργα μας, συνιστούν αυτό που αποκαλούμε Θεουργία. Είναι ο Θεός ενεργών μέσα από εμάς, είναι ο Θεός επιθυμών μέσα από εμάς, είναι ο Θεός που εκδηλώνεται και αποκαλύπτεται μέσα από εμάς, είναι ο Θεός που αυτοθεάται και δοξάζεται και μέσα από εμάς. Στην ουσία δεν υπάρχει ούτε καν  διαφοροποίηση μεταξύ ημών και του Θεού. Δυστυχώς ακόμη είμαστε αναγκασμένοι να χρησιμοποιούμε «ορολογία χωριστικότητας» για να περιγράψουμε ακόμα και την κατάσταση της Θεουργίας, για να είναι αυτή όσο το δυνατόν πιο κατανοητή από το κατώτερο εγώ μας. Όταν συμβαίνει η Θεουργία δεν υπάρχει καμία ανάγκη αυτή να περιγραφεί, απλά συμβαίνει. Η ανάγκη της περιγραφής και της «εικονοποίησης» του Θεού σαν κάποιο ξεχωριστό όν που εργάζεται μέσα από εμάς, είναι κάτι που εξυπηρετεί μόνο την περιορισμένη κατανόηση της  κατώτερης προσωπικότητας μας και τον τρόπο που αυτή αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, δηλαδή με όρους χωριστικότητητας!


Υπάρχουν δύο ρητά στη συνειδητή δημιουργία, που αντικατοπτρίζουν αυτήν την κατάσταση ύπαρξης και βίωσης της ζωής. Το ένα λέει ότι όταν κάνεις τη δουλειά του Θεού, Αυτός είναι που στην συνέχεια την φροντίζει και την υποστηρίζει. Στην ουσία την αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου γιατί είναι δική Του εργασία. Και όταν λέμε τη δουλειά του Θεού, εννοούμε την υπέρτατη επιθυμία που έχουμε μέσα στην καρδιά μας. Ο Θεός δεν μας αναθέτει την εργασία Του σαν κάποιος «εξωτερικός προϊστάμενος» που μας λέει τι να κάνουμε. Εάν το αντιληφθούμε έτσι, όσο υψηλόφρον και να μας ακούγεται, επιστρέφουμε στο σφάλμα του κατώτερου εγώ του πρώτου επιπέδου, όπου βιώνουμε το Θεό σαν κάποια, μπορεί πανίσχυρη οντότητα αλλά πάντως έξω από εμάς. Ο Θεός μπορεί να μας αναθέσει το έργο Του, τη δουλειά Του, μόνο μέσα από την καρδιά μας. Μόνο στη βίωση και αναγνώριση της τέλειας ενότητας, της υψηλότερης και βαθύτερης επιθυμίας της καρδιάς μας με το θέλημα του Θεού, μπορεί να υπάρξει αυτή η ενότητα και ανάθεση του θελήματος του Θεού που είναι ίδιο με το δικό μας θέλημα, με τη δική μας επιθυμία. Οποιαδήποτε ιδέα ότι πρέπει να «θυσιάσουμε» τον εαυτό μας για να κάνουμε το θέλημα του Θεού, είναι εκ του πονηρού, δηλαδή εκ του κατώτερου εγώ μας και είμαστε ακόμη στην κατάσταση της χωριστικότητας. Εάν δεν αντιληφθούμε τις επιθυμίες της καρδιάς μας ως τις επιθυμίες του Θεού για εμάς, στην ουσία έχουμε κόψει την αληθινή επικοινωνία με το Θεό. Μάλιστα όσο πιο πολύ μας «καίνε» (με την καλή την έννοια) μέσα στην καρδιά μας αυτές οι επιθυμίες, τόσο πιο αληθινές είναι, τόσο πιο δυνατά μας μιλάει ο Θεός μέσα μας. Είναι αυτές οι πιο αληθινές επιθυμίες που θέλει ο Θεός να υλοποιήσει μέσα από εμάς. Είναι οι επιθυμίες, που όπως τις αναφέρει ο Έμμετ Φοξ, θα προτιμούσες να «πεθάνεις» παρά να μάθει κάποιος άλλος ότι τις έχεις! Γιατί επειδή δεν ξέρεις σε λογικό και διανοητικό επίπεδο πώς να τις υλοποιήσεις σου φαίνονται «πολύ μακρινές», σχεδόν κάτι ξένο για σένα και έτσι φοβάσαι ότι θα γίνεις ρεζίλι, ότι θα γινόσουν στόχος ειρωνειών από τους άλλους ανθρώπους αν ήξεραν έστω ότι τις σκέφτεσαι. Αυτές όμως οι επιθυμίες είναι η πιο δυνατή κραυγή του Θεού μέσα μας και δυστυχώς αυτή η κραυγή είναι αυτή που φτάνει στα αυτιά μας λιγότερο από κάθε άλλη φωνή μέσα μας.

Αυτή όμως είναι η γνήσια και αυθεντική επικοινωνία με το Θεό, μέσα από αυτές τις επιθυμίες της καρδιάς.

 

Πολλοί άνθρωποι δυστυχώς, ενώ είναι στην κατάσταση ταύτισης με το κατώτερο εγώ τους, επειδή δεν ξέρουν όπως είπαμε και παραπάνω, πώς να υλοποιήσουν τις επιθυμίες που νιώθουν στην καρδιά τους, αρχίζουν και πιστεύουν ότι αυτές οι επιθυμίες τελικά είναι μια «ακατανόητη και μη επιθυμητή» ενόχληση επάνω τους. Ποιός ο λόγος να «βασανίζονται» επιθυμώντας κάτι, εάν δεν μπορούν να το έχουν στη ζωή τους γιατί δεν ξέρουν τον τρόπο να το κάνουν να συμβεί και να έρθει στην υλική τους πραγματικότητα. Σε αυτήν την κατάσταση ούτε τους περνάει από το μυαλό ότι ο Θεός τους μιλάει μέσα στην καρδιά τους με τις επιθυμίες και είναι Αυτός που είναι υπεύθυνος να τις υλοποιήσει και όχι αυτοί. Έτσι καταλήγουν να απορρίπτουν αυτές τις «ενοχλητικές» επιθυμίες και στην ουσία να απορρίπτουν την αληθινή επικοινωνία με το Θεό. Στη συνέχεια, εάν θελήσουν να συνεχίσουν να επικοινωνούν με το Θεό, επικεντρώνονται στην επικοινωνία που λανθασμένα νομίζουν ότι είναι η πραγματική επικοινωνία, τη διανοητική. Είναι η επικοινωνία που διδασκόμαστε από τις θρησκείες, η επικοινωνία στην οποία το κατώτερο εγώ νομίζει ότι θα βρει το Θεό, όπως επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους στο περιβάλλον του. Λέμε λόγια, μπορεί οι προσευχές μας να είναι μακροσκελείς, λόγιες, έξυπνες, χαζές, κτλ αλλά στην ουσία είναι νεκρές αληθινού συναισθήματος γιατί έχουν αφήσει απέξω την καρδιά. Εκεί που αληθινά βρίσκεται ο Θεός, εκεί που συμβαίνει η αληθινή επικοινωνία. Και απορούμε στη συνέχεια γιατί δεν γίνεται τίποτα, γιατί ο Θεός μοιάζει να μην απαντάει στις προσευχές μας. Και γεμίζουμε με απογοήτευση και ίσως και θυμό γι’ αυτήν τη στάση του Θεού. Μπορεί να συνεχίσουμε να λέμε ότι πιστεύουμε στο Θεό αλλά από μέσα μας είμαστε ολοένα και περισσότερο απρόθυμοι να στραφούμε αληθινά στο Θεό γιατί δεν έχει νόημα να προσευχόμαστε σ’ ένα Θεό που δεν μας ακούει και δεν απαντάει στα αιτήματα μας. Δυστυχώς πόσο πολύ είμαστε παραπλανημένοι και πόσο λίγο αντιλαμβανόμαστε αληθινά το Θεό!

Ένα μικρό παιδί που ζει μέσα στη χαρά της καρδιάς του και παίζει ανέμελο και χαρούμενο, είναι εκείνη τη στιγμή σε συνεχή επικοινωνία με το Θεό και ας μην έχει καμία διανοητική γνώση και ιδέα για το τι είναι ο Θεός, για το πως Του μιλάμε, πως Του απευθυνόμαστε, πως προσευχόμαστε, κτλ. Αυτά είναι του διανοητικού μας εγώ. Το παιδί έχει «ανοιχτή» την καρδιά του και ζει με το Θεό, δεν χρειάζεται να γνωρίζει καμιά ιδέα για το Θεό. Δυστυχώς όμως στη συνέχεια, καθώς το παιδί μεγαλώνει, θα του «διδάξουν» τι είναι ο Θεός. Θα το «αναγκάσουν» να κλείσει την καρδιά του και ν’ αρχίσει να «εμπιστεύεται» τη διάνοια του, καθώς πρέπει να γίνει ένα «λογικό και υπεύθυνο» ον, ένας «σοβαρός» ενήλικος άνθρωπος. Τον αληθινό Θεό με το οποίο επικοινωνούσε μέσω της αθώας του καρδιάς είναι πιθανόν να Τον χάσει για την υπόλοιπη ζωή του. Μόνο όταν καταλάβει το σφάλμα του και επιχειρήσει να Τον αναζητήσει μέσω πάλι της καρδιάς, μπορεί να το ξαναβρεί. Στην ουσία αυτό είναι το πνευματικό ταξίδι που κάνουμε όλοι. Αυτή είναι η πνευματική μας αναζήτηση και προσπάθεια. Ψάχνουμε να ξαναβρούμε την επικοινωνία μας με το Θεό μέσα στην καρδιά μας, αυτή που είχαμε όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Όταν το καταφέρουμε αυτό ξανά, ως ενήλικες αυτή τη φορά, δεν κινδυνεύουμε να τη χάσουμε αυτήν την επικοινωνία γιατί τώρα ξέρουμε. Δεν κινδυνεύουμε από την παιδική αφέλεια και άγνοια να χάσουμε αυτήν την γνήσια επικοινωνία. Αυτή είναι η κατάσταση της Θεουργίας μέσα στην καρδιά μας. Η καρδιά μας έχει ανοίξει πάλι αλλά τώρα ξέρουμε να την προφυλάξουμε από τις εξωτερικές επιρροές και τα ψέμματα. Είναι μια ευλογημένη στιγμή και κατάσταση ύπαρξης!

 

Το δεύτερο ρητό αναφέρει ότι η δύναμη του Θεού είναι τέλεια στη δική μας αδυναμία. Όταν εμείς ως κατώτερα εγώ νιώθουμε «δυνατοί», έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε τον έλεγχο των πραγμάτων στα χέρια μας και προσπαθούμε να κάνουμε τα πράγματα να συμβούν στη ζωή μας μέσα από αυτόν τον έλεγχο χρησιμοποιώντας τη δική μας δύναμη. Έτσι όμως δυστυχώς και εν αγνοία μας αποκλείουμε τη δύναμη του Θεού. Δεν μπορεί την ίδια στιγμή να είναι σε λειτουργία και ο πιλότος και ο αυτόματος πιλότος. Ο Θεός μας επιτρέπει να επιλέξουμε τι θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε στη ζωή μας. Εμείς λόγω ανασφάλειας σπεύδουμε μηχανικά να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμη του κατώτερου εγώ μας. Και μόνο όταν έχουμε αποτύχει οικτρά ως κατώτερα εγώ, όταν βλέπουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι με τις δυνάμεις μας, όταν η ζωή και οι δυσμενείς συνθήκες μας έχουν «κολλήσει στον τοίχο» θα λέγαμε, τότε μόνο «αναγκαστικά» υποχωρούμε και αφήνουμε τη δύναμη του Θεού να επενεργήσει μέσα από εμάς για εμάς. Είναι η στιγμή της τέλειας αδυναμίας του εγώ μας, που το οδηγεί σε εγκατάλειψη προσπάθειας ελέγχου των πραγμάτων, η στιγμή που μπορεί να εμφανιστεί και να λειτουργήσει η τέλεια δύναμη του Θεού υπέρ μας. Στην τέλεια αδυναμία μας είναι τέλεια η δύναμις του Θεού. Πόσο πιο σοφοί αλήθεια θα ήμασταν εάν μπορούσαμε να παραμερίσουμε κάθε στιγμή και να επιτρέψουμε στο Θεό να επενεργεί μέσα από την καρδιά μας, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να φάμε τα μούτρα μας. Αυτή η κατάσταση της εγκατάλειψης της προσπάθειας του κατώτερου εγώ και η εναπόθεση στο Θεό εντός μας, συνιστά την ουσία της Θεουργίας!    

Σε αυτήν την ανώτερη συνειδησιακή κατάσταση τα πράγματα ρέουν εύκολα και αρμονικά. Μοιάζουν όλα σαν να γίνονται «από μόνα τους». Οι άλλοι άνθρωποι γίνονται συνεργοί και συμπαίκτες μας και όχι ανταγωνιστές όπως στην κατάσταση βίωσης της ζωής μέσα από το κατώτερο εγώ. Αλλάζει φυσικά και η σκοπιμότητα της «στοχοθεσίας» μας. Στην κατάσταση της Θεουργίας αντιλαμβανόμαστε ότι οι στόχοι μας αποτελούν την αφορμή για να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας, την ψυχή και να βιώσουμε τη ζωντανή μας σχέση με το Θεό. Είναι κάτι που συμβάλλει στη διαδικασία της πνευματικής μας μύησης γιατί κάθε στόχος που έχουμε στο υλικό πεδίο στην ουσία είναι μια μικρή πνευματική μύηση για εμάς. Η ευχαρίστηση που πηγάζει από την υλοποίηση και κατοχή των στόχων στο εξωτερικό φυσικό πεδίο είναι δευτερεύουσα συνέπεια, είναι κάτι που προκύπτει φυσιολογικά σαν παραπροϊόν της όλης μυητικής διαδικασίας. Η «υλοποίηση των στόχων» μας, πλέον δεν γίνεται για την κάλυψη των αναγκών μας (η «ψευδαίσθηση της ανάγκης» είναι κάτι από το οποίο υποφέρει μόνο η κατώτερη προσωπικότητα μας και όπως είπαμε είναι μια κατάσταση αντιμαγνητική, καθόλου ελκτική και στην πραγματικότητα απωθητική). Η ανάγκη επίσης είναι πάντα γέννημα του φόβου και της έλλειψης αντίθετα στη Θεουργία μας οδηγεί το «πάθος» των επιθυμιών της καρδιάς μας, που είναι πάντοτε γέννημα του ενθουσιασμού. Δεν είναι τυχαίο ότι ετυμολογικά η λέξη ενθουσιασμός σημαίνει ένθεος (εν+θεός), δηλαδή «μέσα στο Θεό». Στην κατάσταση της Θεουργίας η υλοποίηση των στόχων γίνεται για την αποκάλυψη της ομορφιάς, του μεγαλείου και της δόξας του Θεού και κατ’ επέκταση του ίδιου μας του εαυτού (ανώτερου εαυτού). Μέσα από την ομορφιά των στόχων που υλοποιούνται, θαυμάζουμε και στο γήινο πεδίο το μεγαλείο του Θεού, γινόμαστε μάρτυρες και ομολογητές αυτής της ομορφιάς και ανώτερης τάξης αρμονίας η οποία εκδηλώνεται στις ζωές μας. Οι υλικοί μας στόχοι στο εξωτερικό πεδίο υπάρχουν για να μπορέσουμε να «δούμε το Θεό και με τα φυσικά μας μάτια» (εάν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την έκφραση, μιλώντας κυρίως ανθρωπομορφικά)!

Ο Θεός από τη φύση Του είναι τέλειος. Φυσικά δεν έχει ανάγκη καμία πράξη μας για να βελτιωθεί ή να κερδίσει κάτι. Αυτό εξάλλου δεν μπορεί να γίνει, θα ήταν ασυμβίβαστο με την ιδιότητα της τελειότητας Του. Ο λόγος της εκδήλωσης της Δημιουργίας, είναι για να γίνουν κοινωνοί αυτής της τελειότητας του Θεού και τα δημιουργήματα Του, μέρος των οποίων αποτελεί και ο άνθρωπος. Ο Θεός με την εκδήλωση της Δημιουργίας, μόνο μπορεί να δώσει, δεν μπορεί (και δεν χρειάζεται λόγω τελειότητας) να λάβει. Έτσι η ύψιστη πνευματική επίτευξη κάθε δημιουργήματος, ανεξαρτήτως του καρμικού κόσμου που βρίσκεται (πχ ο άνθρωπος είναι στον καρμικό κόσμο του γήινου, τρισδιάστατου, υλικού πεδίου), είναι μέσα στον κόσμο που ενοικεί ν’ ανακαλύψει και να θαυμάσει το μεγαλείο και τη δόξα του Θεού Δημιουργού. Αυτή είναι η ανώτερη πνευματική επίτευξη που μπορεί να έχει ένα όν και βοηθάει έτσι τα όντα να εξελιχθούν σ’ ένα ανώτερο επίπεδο κατανόησης από αυτό που βρίσκονται. Όσο περισσότερο καταλαβαίνουν την ομορφιά, τη δόξα και αρμονία του Θεού, τόσο περισσότερο προχωρούν σ’ ένα ανώτερο επίπεδο κατανόησης αυτών των ιδιοτήτων, σ’ ένα ανώτερο επίπεδο κατανόησης του Θεού. Αυτό είναι και το μόνο που ευαρεστεί το Θεό (μιλώντας πάντοτε ανθρωπομορφικά γιατί όπως είπαμε δεν γίνεται κάτι είτε να ευχαριστήσει είτε να δυσαρεστήσει το Θεό, αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με την έννοια της τελειότητας Του).

Όπως σε ανθρώπινο επίπεδο, ιδανικά, το μεγαλύτερο δώρο που μπορούν να κάνουν τα παιδιά στους φυσικούς γονείς τους, είναι να καταλάβουν και να εκτιμήσουν αληθινά τι τους έχουν προσφέρει, τι τους έχουν δώσει. Να αναγνωρίσουν και να τιμήσουν την αγάπη που έλαβαν από αυτούς. Να νιώσουν και οι γονείς ότι μέσα από τα έργα και τη ζωή των παιδιών τους αναγνωρίζεται κατά κάποιο τρόπο και η δική τους προσφορά. Αυτό ικανοποιεί βαθύτατα τους φυσικούς μας γονείς και όταν δεν συμβαίνει τους λυπεί αφάνταστα.

Κατ’ αναλογία το ίδιο ισχύει και με το Θεό, όσο φυσικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την αναλογία, η οποία είναι πάλι ανθρωπομορφική και άρα περιοριστική όταν αναφερόμαστε στη φύση του Θεού.

Όταν αναγνωρίζουμε, σαν παιδιά του Θεού, όλα τα δώρα που λαμβάνουμε από Αυτόν, με τη μορφή των όμορφων και αρμονικών υλοποιήσεων στη ζωή μας, και όλο αυθεντική και ειλικρινή ευγνωμοσύνη Τον ευχαριστούμε και Τον δοξολογούμε, τότε είναι σαν να έχουν «πιάσει τόπο» τα δώρα του Θεού στις ζωές μας. Όχι φυσικά γιατί έχει ανάγκη ή απαιτεί από εμάς την ευχαριστία και δοξολογία ο Θεός, και εδώ πάλι χρησιμοποιούμε ανθρωπομορφικό σχήμα λόγου. Εμείς πάλι ωφελούμαστε από την ευχαριστία και δοξολογία γιατί οι καρδιές μας παραμένουν με αυτό τον τρόπο ανοιχτές και σε ζωντανή κοινωνία με το Θεό μέσα μας. Έτσι έχει επιτευχθεί η ανώτερη σκοπιμότητα όλων των υλοποιήσεων που είναι η ανακάλυψη-αποκάλυψη του Θεού και της αληθινής Του φύσης από τα παιδιά Του, δηλαδή από εμάς τους ανθρώπους. Μιας φύσης αγάπης, καλοσύνης, ομορφιάς, αγαθότητας, ευημερίας, αρμονίας, αιώνιας ζωής και πληρότητας! 

 

Μπορούμε άραγε τώρα να κατανοήσουμε την τεράστια διαφορά που υπάρχει στην συνειδητότητα και την ποιότητα της δόνησης που υπάρχει, μεταξύ της ανάγκης για υλοποίηση από την οποία υποφέρει το κατώτερο εγώ μας (όπως περιγράφηκε για το πρώτο επίπεδο) και της κατάστασης της Θεουργίας, όπου ο ανώτερος εαυτός μας, άκοπα και με χαρά εκδηλώνει στο υλικό πεδίο, την ομορφιά του Θεού με μοναδικό σκοπό να θαυμάζει αυτήν την ομορφιά, την αγάπη και δόξα του Θεού; Κατανοούμε ότι δεν τίθεται καν θέμα σύγκρισης μεταξύ των δύο καταστάσεων.  

 

Όπως γίνεται κατανοητό, η κατάσταση της Θεουργίας είναι ένα πολύ μεγάλο εξελικτικό βήμα στη συνειδητότητα του κάθε πνευματικού ανθρώπου στο υλικό πεδίο. Αυτό όμως πολλές φορές δημιουργεί μια σημαντική πρακτική δυσκολία. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι απόλυτα έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα. Στην ουσία στην κατάσταση της Θεουργίας καλούμαστε να «χάσουμε» το μυαλό μας! Ποιό μυαλό μας όμως; Αυτό του κατώτερου εγώ, που μιλάει αδιάκοπα μέσα στο κεφάλι μας και κρίνει τα πάντα που αντιλαμβάνεται με βάση την άποψη του (αυτή βασικά που του έχουν διαμορφώσει και διδάξει οι «άλλοι») για το «καλό» και το «κακό». Γι’ αυτό το λόγο, όπως αναφέρουμε και στην αρχική σελίδα, είναι πολύ δύσκολο για τους χρήστες του νόμου της έλξης να κρατήσουν την εστίαση τους σε αυτό που επιθυμούν. Ιδανικά θα έπρεπε να είναι εστιασμένοι απόλυτα στην ενέργεια του πάθους και ενθουσιασμού των επιθυμιών της καρδιάς τους και να μην αφήσουν σε καμία περίπτωση αυτές τις επιθυμίες να τις χειριστεί και αναλύσει λογικά ο νους τους, δηλαδή το κατώτερο εγώ τους γιατί θα τις «λερώσει» με αμφιβολίες και φόβους. Είναι όπως η κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω για όταν ήμασταν μικρά παιδιά που ακόμη δεν είχαμε σχηματίσει «λογικό νου» και ζούσαμε κυρίως μέσα από τη χαρά της καρδιάς μας. Αλλά καταλαβαίνουμε όλοι πόσο δύσκολο είναι για κάποιον ανεκπαίδευτο να παραμείνει εστιασμένος στην ενέργεια του ενθουσιασμού της καρδιάς του και να μην επιτρέψει στην εστίαση του να καθοδηγηθεί από το «λογικό του νου». Όταν σχεδόν κάθε στιγμή της ζωής μας ζούμε μέσα από τη διάνοια μας, μέσα από το κατώτερο εγώ μας, δεν είναι καθόλου εύκολο στην πράξη να απαλλαγούμε από αυτό το μυαλό, αυτό έχει γίνει πλέον η ύπαρξη μας όλη, φοβόμαστε να αποδεσμευτούμε από αυτό το μυαλό. Μπορεί να το επιθυμούμε σε επιφανειακό επίπεδο, εσωτερικά όμως, σε υποσυνείδητο επίπεδο, σε επίπεδο κατώτερης προσωπικότητας υπάρχει ακόμη τρομερή αντίσταση. Δεν συνιστούμε την «βίαιη» προσπάθεια προσέγγισης και άρσης αυτής της κατάστασης. Ιδανικά, η κατάσταση της Θεουργίας εμφανίζεται σαν να συμβαίνει από μόνη της, χωρίς προσπάθεια από τη μεριά του πνευματικού ανθρώπου (η έντονη προσπάθεια είναι πάντοτε ένδειξη εμπλοκής του κατώτερου εγώ μας). Αυτό όμως δεν μπορεί να προσδιοριστεί με λογικό, γραμμικό τρόπο, ως προς το πότε θα συμβεί για τον κάθε έναν από εμάς και μέσα από ποιά  διαδικασία συνειδησιακής αφύπνισης. Είπαμε ότι ο καθένας μας έχει το δικό του μοναδικό δρόμο αφύπνισης, που μόνο ο ανώτερος εαυτός του γνωρίζει ακριβώς ποιός είναι και με ποιό τρόπο αυτός εξυπηρετείται καλύτερα. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να το χειραγωγήσουμε, να το εξασκήσουμε ή να το πιέσουμε για να το κάνουμε να συμβεί. 

Επίσης υπάρχει μια ακόμη ιδιομορφία σχετικά με τον κατώτερο εαυτό μας. Αυτός έχει μια φωτεινή και μια σκοτεινή όψη. Στην φωτεινή όψη βρίσκεται το σπέρμα της επιθυμίας μας να εξελίξουμε τον εαυτό μας στην καλύτερη εκδοχή εαυτού που μπορεί να γίνει σ’ αυτήν την ενσάρκωση. Και αυτό είναι θεμιτό και επιθυμητό για όλους μας. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στην σκοτεινή όψη του κατώτερου εαυτού μας. Εκεί βρίσκονται όλα τα καταπιεσμένα μας «πάθη» και «ανεκπλήρωτα όνειρα». Όλες οι «αλύτρωτες επιθυμίες» μας, όλα αυτά που θα θέλαμε να κάνουμε και να έχουμε στον κόσμο των «αισθήσεων» και των «απολαύσεων». Πράγματα που τελικά φοβόμαστε να κάνουμε ή να γίνουμε, είτε γιατί πιστεύουμε ότι δεν είναι «σωστό», δεν είναι «ηθικό» ή «επιτρεπτό», κτλ, είτε γιατί φοβόμαστε ότι εάν τα κάνουμε θα πάθουμε τελικά κάποιο «κακό». Αυτοί οι φόβοι συνήθως απορρέουν από την προγραμματισμό που έχουμε δεχτεί στη πυρηνική μας οικογένεια και το κοινωνικό μας περιβάλλον όταν ήμασταν παιδιά. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν καν αυτή τους τη «σκοτεινή» πλευρά και προσπαθούν μάλιστα, την αδιόρατη και αόριστη εσωτερική ενόχληση που νιώθουν από την ύπαρξη αυτής της σκοτεινής όψης εντός τους, να την «ξεπεράσουν», να κάνουν δηλαδή bypass, γινόμενοι ακόμη πιο «πνευματικοί άνθρωποι». Αυτός όμως δυστυχώς δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος προσέγγισης της σκοτεινής μας όψης, το αντίθετο μάλιστα, θα αποτελέσει τροχοπέδη στην πνευματική μας πορεία. Η σκοτεινή πλευρά του κατώτερου εαυτού μας πρέπει οπωσδήποτε να αναγνωριστεί. Πρέπει να αποκτήσουμε συναισθηματική (ενεργειακή) επαφή μαζί της γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε ασυνείδητα να την καταπιέσουμε στο υποσυνείδητο μας και να την μετατρέψουμε σε σκιά που θα μας «στοιχειώσει» και θα παρεμποδίσει την εξέλιξη μας. Και όταν λέμε θα μας στοιχειώσει, εννοούμε ότι επειδή δεν θα έχουμε συνειδητή επαφή μαζί της θα την βλέπουμε ως σκιερή προβολή πάνω σε άλλους ανθρώπους και καταστάσεις. Και αυτό είναι κάτι πολύ ενοχλητικό και ενίοτε «επικίνδυνο» όταν συμβαίνει. Όσο άσχημη και μη αποδεκτή και να μας φαίνεται αυτή η σκοτεινή όψη του κατώτερου εγώ μας, πρέπει να την αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει μέσα μας και να την αποδεχτούμε. Και προσοχή, όταν λέμε ότι αποδεχόμαστε κάτι δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι μας αρέσει, το επιλέγουμε ή το ερωτευόμαστε, σημαίνει μόνο ότι αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει μέσα μας. Τις περισσότερες φορές φοβόμαστε ν’ αναγνωρίσουμε τη σκοτεινή μας όψη γιατί φοβόμαστε ότι τότε θα είμαστε «υποχρεωμένοι» να ακολουθήσουμε και τη «συμπεριφορά» ή το «πάθος», ότι δηλαδή θα μας «παρασύρει» σε «ανεξέλεγκτες» και μη αποδεκτές κοινωνικά ή ηθικά συμπεριφορές. Ή φοβόμαστε ότι εάν οι άλλοι άνθρωποι δουν ότι έχουμε αυτήν την όψη, τη σκοτεινή θα μας θεωρήσουν «κακούς» ανθρώπους, «ανήθικους», «διεφθαρμένους», κτλ,  γενικά ότι θα κινδυνεύσουμε από κάποια μορφή αρνητικής επίκρισης, αποδοκιμασίας και απόρριψης.

Τη σκοτεινή μας όψη δεν είναι υποχρεωτικό να την εκδραματίσουμε ανεξέλεγκτα σε επίπεδο συμπεριφοράς. Αυτό εξάλλου δεν είναι ίδιο του συνειδητού ανθρώπου, ο οποίος επιλέγει πάντοτε συνειδητά το τι θα πράξει, με βάση τις εκάστοτε συνθήκες στη ζωή του και το εδώ και τώρα του. Είναι όμως υποχρεωτικό να ξέρουμε τι υπάρχει μέσα μας, τι υπάρχει και στην «σκοτεινή» μας όψη και να το αποδεχτούμε. Μόνο τότε μπορούμε να το εκτονώσουμε και μετουσιώσουμε και να μη του επιτρέψουμε να μετατραπεί σε «σκιά» στη ζωή μας. Αναγνωρίζουμε ότι αυτό στην πράξη αρχικά έχει αρκετή δυσκολία και δημιουργεί μεγάλη εσωτερική αντίσταση. Είναι όμως ο μόνος δρόμος που έχουμε εάν θέλουμε να προχωρήσουμε συνειδητά στην ανάπτυξη του εαυτού μας. Είναι επίσης ο πιο σύντομος δρόμος για να προχωρήσουμε στη βίωση του ανώτερου εαυτού μας και στην κατάσταση της Θεουργίας, όσο και να φαίνεται αυτό παράδοξο σε κάποιους!

Τις περισσότερες φορές, όταν ο πνευματικός άνθρωπος και εκπαιδευόμενος του Συστήματος Μορφογένεσις είναι στο δεύτερο επίπεδο, αρχίζει και έχει διαστήματα που η «Θεουργία» φαίνεται να του συμβαίνει χωρίς να ξέρει το πώς και το πότε. Πάντοτε συμβαίνει όπως είπαμε σαν «αφ’ εαυτής». Και αυτή είναι τελικά και η ομορφιά του πράγματος. Ότι δηλαδή δεν έχουμε κανέναν έλεγχο αυτής της διαδικασίας άρα και το βάρος και την ευθύνη του να συμβεί. Είναι μια ανάλαφρη και πολύ όμορφη Θεϊκή κατάσταση ύπαρξης. Η κατάσταση αυτή φαίνεται στη συνέχεια να «χάνεται» για λίγο αλλά πάλι από μόνη της επανέρχεται. Μπορούμε να πούμε ότι είναι η κατάσταση της Θείας Χάριτος, που όπως είπαμε, φυσικά και δεν είναι δυνατόν να χειραγωγηθεί και να επιβληθεί με δικές μας ενέργειες (ως κατώτερα εγώ). Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δείχνουμε όσο μπορούμε πνευματική έφεση στη ζωή μας (ο χρυσός κανόνας του «κάνε ότι καλύτερο μπορείς») και στη συνέχεια ν’ αφεθούμε απλά χωρίς πίεση και έγνοια στο ανώτερο Θεϊκό σχέδιο για εμάς. Όταν είναι η Θεϊκή Χάρις να μας επισκεφθεί θα μας επισκεφτεί!

 

Επίσης κάτι ακόμη που καθυστερεί την εκδήλωση της Θεουργίας στις ζωές μας και έχει τη βάση του στην «εγωϊκή» κατανόηση του Θεού είναι το εξής. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι, εφορμούμενοι από καλή πρόθεση, δηλώνουν ότι θέλουν να κάνουν το θέλημα του Θεού στη ζωή τους και τίποτα άλλο και περιμένουν από το Θεό να τους υποδείξει αυτό το θέλημα. Χρησιμοποιούν εκφράσεις του στυλ «εάν είναι θέλημα Θεού να γίνει, θα γίνει» ή όταν κάτι δεν συμβαίνει, λένε ότι δεν ήταν το θέλημα του Θεού για αυτούς. Και ενώ αυτό ακούγεται σωστό και ταπεινό εκ πρώτης όψεως, εάν το σκεφτούμε λίγο καλύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι κρύβει μια πολύ δύσκολα ανιχνεύσιμη παγίδα. Στηρίζεται πάλι στην υπόθεση ότι ο Θεός είναι κάποιος εξωτερικός Κύριος, άρχοντας, βασιλιάς, κτλ, κάποιος που έχει εξουσία επάνω στους υπηκόους Του και τους δίνει εντολές και διαταγές. Αυτή η θέση δεν λαμβάνει καθόλου υπόψην της το γεγονός ότι ο Θεός σέβεται απόλυτα την ελεύθερη μας βούληση. Ο Θεός εμφανίζεται μέσα στην καρδιά μας σαν υπέροχες επιθυμίες και περιμένει την συναίνεση μας, με τη χρήση της ελεύθερης μας βούλησης για να συνδημιουργήσουμε τις υλοποιήσεις που θέλουμε. Εάν εμείς αρνούμαστε αυτό το δικαίωμα και υπευθυνότητα μας να εκφράσουμε ξεκάθαρα μέσα στην καρδιά μας τι τελικά θέλουμε, δεν έχουμε καταλάβει αληθινά την παρουσία του Θεού εντός μας. Εάν εμείς λέμε «ότι εγώ δεν έχω θέλημα και θέλω να κάνω μόνο το θέλημα του Θεού», τότε είναι σαν να μεταβιβάζουμε την ευθύνη της επιλογής στο Θεό. Αυτό όμως δεν μπορεί ποτέ να γίνει. Ο Θεός δεν μπορεί να παραβιάσει την ελεύθερη μας βούληση και να επιλέξει για εμάς. Αυτό είναι δική μας υποχρέωση και υπευθυνότητα ταυτόχρονα. Ο Θεός έχει την ευθύνη να παρουσιάσει μέσα στην καρδιά μας το σχέδιο Του για εμάς, μέσα από τις υπέροχες επιθυμίες αλλά εμείς πρέπει να κάνουμε την επιλογή με την ελεύθερη μας βούληση τι απ’ όλες αυτές τις επιθυμίες θέλουμε να υλοποιηθεί στη ζωή μας τελικά. Αυτό το κάνουμε με το να δίνουμε συναίνεση μέσα στην καρδιά μας, με το να νιώθουμε υπέροχα για συγκεκριμένες επιθυμίες, αυτές που επιλέγουμε να υλοποιηθούν. Αφού κάνουμε αυτήν την επιλογή, στην συνέχεια πάλι είναι δουλειά και ευθύνη του Θεού να υλοποιήσει αυτά που επιλέξαμε. Έτσι δουλεύει το πράγμα στη συνειδητή συνδημιουργία. Αυτή είναι η «συνέργεια» μας με το Θεό. Εάν όμως εμείς αρνούμαστε να επιλέξουμε τι θέλουμε στην ουσία βραχυκυκλώνουμε όλη τη διαδικασία γιατί ο Θεός ποτέ δεν θα επιλέξει για εμάς γιατί αυτό θα ήταν κατάφορη παραβίαση της ελεύθερης μας βούλησης. Ο Θεός μας ρωτάει συνεχώς να του πούμε (δηλαδή να επιλέξουμε) τι θα θέλαμε να υλοποιήσει για εμάς από τις άπειρες επιλογές που υπάρχουν και εμείς αντί να επιλέξουμε, πετάμε το μπαλάκι πίσω και Του λέμε, ότι πεις Εσύ Θεέ μου, διάλεξε Εσύ για εμάς γιατί εμείς φοβόμαστε μην κάνουμε λάθος ή φοβόμαστε μήπως δείξουμε «ασεβείς» προς το πρόσωπο Σου! Μα δεν καταλαβαίνουμε ότι η μεγαλύτερη μύηση στο γήινο σχολείο είναι η εξάσκηση της ελεύθερης μας βούλησης με ατομική υπευθυνότητα; Και εμείς αυτή την υπευθυνότητα την αρνούμαστε και έτσι αποτυγχάνουμε να ωριμάσουμε πνευματικά, να λειτουργήσουμε σαν συνειδητοί συνδημιουργοί και όλα αυτά λόγω κυρίως λανθασμένων διδαχών από διάφορες θρησκείες που παρουσιάζουν το Θεό με τον τρόπο που συμφέρει στα ιερατεία τους για να ασκήσουν έλεγχο και εξουσία πάνω στους «πιστούς». Εάν ο άνθρωπος ανακαλύψει ότι πάντοτε ήταν ελεύθερος να έχει άμεση πρόσβαση στο Θεό και να επιλέγει μόνος του, δεν θα είχε ανάγκη τις θρησκείες και τα ιερατεία τους και αυτό όπως είναι κατανοητό δεν συμφέρει σε συγκεκριμένες ομάδες που έχουν επενδύσει σε αυτήν την δύναμη και έλεγχο των πιστών.

Ας το γνωρίζουμε όμως μια και καλή, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γνωρίσουμε την κατάσταση της Θεουργίας όσο θα αρνούμαστε να ωριμάσουμε πνευματικά και να εξασκήσουμε την ατομική μας υπευθυνότητα των επιλογών. Όσο θα αρνούμαστε να γίνουμε «συνεργοί-συνδημιουργοί» με το Θεό. Όσο θα αρνούμαστε (λόγω άγνοιας και ίσως και «ανοησίας») τον «συνεταιρισμό» μαζί Του. Ο Θεός «θέλει να Του λέμε» τι να κάνει για εμάς. Όχι βέβαια σαν το παιδί για τα θελήματα αλλά θέλει να επιλέγουμε από τις επιθυμίες που Αυτός βάζει και εμφανίζει στην καρδιά μας. Αυτός μας ζητάει να επιλέξουμε. Είναι μέρος του Θεϊκού σχεδίου να μπορούμε να επιλέγουμε ελεύθερα με την ατομική μας βούληση μέσα από τις Θεϊκές επιθυμίες που βλασταίνουν μέσα στην καρδιά μας από το σπόρο του λόγου του Θεού (επιθυμίες). Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να βιώσουμε ενότητα με το Θεό, εάν δεν γίνουμε συνδημιουργοί μαζί Του, μέσα από το δικαίωμα της επιλογής των επιθυμιών της καρδιά μας. Αυτό που μόλις περιγράψαμε, ίσως είναι το πιο μεγάλο και πιο δύσκολο εμπόδιο για την επίτευξη της κατάστασης της Θεουργίας. Γιατί δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμο. Οι άνθρωποι όταν εγκαταλείπουν την ελεύθερη τους βούληση στο όνομα δήθεν του θελήματος του Θεού διαπράττουν μεγάλο σφάλμα (αμαρτία), ενώ ταυτόχρονα έχουν και την ψευδαίσθηση ότι είναι «ενάρετοι», ότι είναι στο «δρόμο του Θεού», ότι «εκτελούν το θέλημα Του». Δεν καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει θέλημα του Θεού έξω από την καρδιά μας. Ποτέ το θέλημα του Θεού δεν είναι νοητική ιδέα, όσο υψηλόφρονη ή σπουδαία και να μας φαίνεται. Ο Θεός μιλάει μόνο μέσα στην καρδιά μας και η απάντηση μας είναι η χαρά που νιώθουμε γι’ αυτά που μας βάζει μέσα στην καρδιά σαν επιθυμίες. Εάν εγκαταλείψουμε την ελεύθερη μας βούληση καλύτερα να εγκαταλείψουμε κάθε ιδέα πνευματικής ανάπτυξης. Χωρίς τη χρήση της ελεύθερης μας βούλησης δεν μπορούμε να προχωρήσουμε πνευματικά και δεν μπορούμε να έχουμε αξιόλογες και αυθεντικές υλοποιήσεις στη ζωή μας.         

 

Να επισημάνουμε εδώ ότι το κομμάτι του τρίτου σταδίου που αφορά τη Θεουργία, δεν είναι ακόμη διαθέσιμο από το Σύστημα Μορφογένεσις με κάποια συγκεκριμένη μορφή και δομή. Ο λόγος που δεν υπάρχει κάτι διαθέσιμο όσον αφορά το κομμάτι της Θεουργίας είναι, ότι αυτή είναι προς το παρόν η έμπνευση-ανώτερη καθοδήγηση. Μόλις υπάρξει η εσωτερική έμπνευση-καθοδήγηση να δοθεί κάτι πάνω στη Θεουργία με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο και δομή, που θα ήταν και ο κατάλληλος τρόπος για να γίνει, θα το κάνουμε.

Επαναλαμβάνουμε ότι η κατάσταση της Θεουργίας επί της ουσίας δεν μπορεί να διδαχθεί με το συνηθισμένο τρόπο μεθοδολογίας που γνωρίζει το κατώτερο εγώ μας, δηλαδή βήματα, επίπεδα, τεχνικές, κτλ, καθώς περισσότερο αφορά τη συνειδησιακή αφύπνιση του κάθε εκπαιδευόμενου και Υπέρμαχου του Φωτός και όχι την απόκτηση κάποιας συγκεκριμένης γνώσης, παρόλο που ο εκπαιδευόμενος με τα μαθήματα των δύο πρώτων επιπέδων αποκτά μια πολύ διευρυμένη πνευματική κατανόηση που τον βοηθάει να έρθει σε επαφή με τον ανώτερο εαυτό του και το ανώτερο Θεϊκό σχέδιο. Έτσι λοιπόν, η όποια μας προσπάθεια σε αυτό το στάδιο θα λειτουργήσει απλά συνεπικουρικά σε αυτήν την διαδικασία αφύπνισης.

Με βάση το συνειδησιακό εξελικτικό πεδίο που υπάρχει αυτή τη στιγμή στον πλανήτη αυτό είναι που πρέπει να γίνει αυτή τη στιγμή.

Τα ενθαρρυντικά νέα όμως είναι, ότι με βάση την ίδια καθοδήγηση, πλέον είμαστε κοντά σε αυτό το νέο επίπεδο συνειδησιακής αφύπνισης. Ήδη στα κείμενα των εφαρμογών του δεύτερου επίπεδου, αρχίζουν και δίνονται γνώσεις που προετοιμάζουν αυτήν την κατάσταση. Η δόνηση που πλέον εμποτίζει τα συγκεκριμένα κείμενα οδηγεί προς τα εκεί. Δεν νομίζουμε ότι θα αργήσει πολύ αυτό να συμβεί, κρίνοντας από το ενεργειακό επίπεδο αλλά όπως είπαμε δεν μπορούμε να προεξοφλήσουμε τίποτα. Ο Θεός λειτουργεί με «μυστήριους» και «μυστικούς» τρόπους, ως προς τη φύση του συνολικού Θεϊκού σχεδίου για όλους εμάς τους πνευματικούς ανθρώπους αλλά και όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως, αφού ο κάθε άνθρωπος είναι πνευματικός άνθρωπος από τη φύση του, άσχετα εάν δεν το συνειδητοποιεί αυτό απόλυτα ο ίδιος. Αυτό το σχέδιο δεν μπορούμε να το συλλάβουμε στην ολότητα και το μεγαλείο του με τρόπο γραμμικό και λογικό. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι απλά να γινόμαστε μάρτυρες και κοινωνοί της κάθε φάσης του, όπως αυτό εκδηλώνεται την κάθε δεδομένη στιγμή στο γήινο πεδίο και να συμμετέχουμε σε αυτό. Και αυτό κάνουμε!

 

 

Το τελικό μήνυμα

 

Το Σύστημα Μορφογένεσις έρχεται να φέρει ένα μήνυμα χαράς και αναγέννησης σε όλους τους πνευματικούς ανθρώπους που επιθυμούν να γίνουν συνειδητοί (συν)δημιουργοί της πραγματικότητας, καθώς επίσης και να εξελιχθούν πνευματικά σύμφωνα με το ανώτερο Θεϊκό Σχέδιο. Έρχεται να τους επιβεβαιώσει αυτό που γνωρίζουν βαθιά μέσα τους ότι είναι αλήθεια, ότι δηλαδή μπορούν να υψωθούν πάνω από τις φαινομενικές δυσκολίες και αδυναμίες τους και να φτιάξουν τον κόσμο τους όπως ακριβώς τους υπαγορεύει η καρδιά τους ότι μπορεί και πρέπει να είναι και όπως η Χάρις του Θεού θέλει πάντοτε για εμάς.

Η καρδιά του κάθε συνειδητού (συν)δημιουργού, του κάθε πνευματικού ανθρώπου, όταν φωτίζεται από τη Θεία Χάρις, είναι συνδεδεμένη με τη Σοφία, Αρμονία, Αφθονία και Καλοσύνη του Σύμπαντος και του δείχνει τον αληθινό δρόμο.

 

Παρόλο που έχουμε πάρα πολλές ομολογίες ανθρώπων (βλέπε Εγκώμια/Επιτυχίες) που είχαν πολύ σημαντικές επιτεύξεις και υλοποιήσεις μέσα από το Σύστημα Μορφογένεσις, δεν είναι αυτό το θέμα. Δεν είναι αυτή η ενέργεια της εποχής του Φωτός στην οποία μπαίνουμε ολοένα και πιο γρήγορα! Δεν είναι η ενέργεια αυτής της εποχής του Φωτός, η δημιουργία δασκάλων και μαθητών, η δημιουργία ηγετών και οπαδών, η δημιουργία «κατόχων της γνώσης» και ακολούθων τους. Πάνω απ’ όλα όμως, η ενέργεια του Φωτός δεν είναι η δημιουργία «επιτυχημένων πωλήσεων» και «καταναλωτών-πελατών». Δεν είναι η ενέργεια του «πετυχημένου marketing», που όμως αφήνει μια πικρή γεύση εκ των υστέρων στους αγοραστές-πελάτες και μια ανάγκη για εκ νέου αναζήτηση. Είναι η εποχή της ενέργειας της ειλικρίνειας, της αγάπης, της ενότητας, της χαράς, της διαφάνειας, της προσωπικής ελευθερίας αλλά και της ανάληψης της υπευθυνότητας των επιλογών απ’ όλους μας. Είναι αυτή η πνευματική στάση και ενέργεια που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για γκρίνιες, παράπονα και μικροψυχισμούς, είτε φανερούς είτε σιωπηρούς. Όταν επιλέγουμε κάτι γιατί έχουμε οδηγηθεί σε αυτό από την καρδιά μας και τον ανώτερο εαυτό μας και όχι γιατί «παρασυρθήκαμε» από το «έξυπνο marketing» του «πωλητή», τότε είμαστε στην υπέροχη θέση της προσωπικής ακεραιότητας, υπευθυνότητας και ελευθερίας. Είναι μια στάση ανεκτίμητη, σημάδι πραγματικής πνευματικής ανάπτυξης, ωρίμανσης και αληθινής προσωπικής ελευθερίας!   

 

Η πνευματική ενέργεια της εποχής είναι η ανάληψη της προσωπικής μας υπευθυνότητας και όχι η μεταβίβαση της στον οποιοδήποτε άλλον.

Προσοχή λέμε υπευθυνότητα και όχι ευθύνη. Η υπευθυνότητα είναι η προσωπική μας επιλογή, η ελευθερία μας να επιλέξουμε, πως θα λειτουργήσουμε σαν πνευματικοί άνθρωποι. Εάν θα λειτουργήσουμε ως ελεύθερες υπάρξεις ή εάν θα εκχωρήσουμε αυτήν την ελευθερία μας στην οποιαδήποτε εξουσία.

Από εκεί και πέρα, η ευθύνη του να συμβεί το οτιδήποτε είναι του Θεού. Και αυτή είναι η υπέροχη συνέργεια μας με το Θεό ως συνειδητοί αρμονικοί συν-δημιουργοί του Φωτός. Εμείς με την προσωπική υπευθυνότητα επιλέγουμε σε συνέργεια με το ανώτερο Θεϊκό σχέδιο, το είδος της πραγματικότητας που θέλουμε να δημιουργήσουμε στις ζωές μας προσωπικά αλλά και στον πλανήτη γη και ο Θεός έχει την ευθύνη να το κάνει αυτό να συμβεί.

Η ενέργεια του Φωτός αυτής της εποχής είναι η αφύπνιση του καθενός μας στη Θεϊκή του φύση, στο δάσκαλο εντός του, στο συνειδητό δημιουργό μέσα του, στην ΕΓΩ ΕΙΜΙ, Θεϊκή παρουσία εντός του!

 

Δεν πηγαίνουμε εμείς στο Θεό. Ο Θεός μας φέρνει σ’ Αυτόν. Είναι σαν ο Θεός να μας λέει: «Δεν θα με είχες ζητήσει, εάν δεν με είχες ήδη βρει μέσα σου». Τον αγαπάμε γιατί ήδη Εκείνος έχει εκδηλωθεί μέσα στις καρδιές μας σαν αγάπη, σαν Φως τελειότητος, σαν υπέροχες επιθυμίες προς υλοποίηση!

Είναι η δύναμη του Θεού μέσα μας που το κάνει αυτό, που αφυπνίζει αυτήν την αναζήτηση, αυτό το ταξίδι μας στο Φως.

 

Ο Θεός μας δίνει την πνευματική ιδέα και μας λέει:

 

«Λάβετε Τούτον»

 

Εάν αυτό το «Τούτον» είναι το Σύστημα Μορφογένεσις, ας πούμε: «Γενηθήτω το θέλημα Σου» και ας προχωρήσουμε, εάν είναι κάτι άλλο, χωρίς κανένα δισταγμό και αμφιβολία και πάλι ας πούμε: «Γενηθήτω το θέλημα Σου»…

 

Ειρήνη σε όλους μας!

 









active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης