English

Οι αναπάντητες προσευχές


Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η προσευχή είναι το δυνατότερο «εργαλείο». «μέσο» επικοινωνίας με το Θεό. Είναι όμως αυτό αλήθεια; Η απάντηση είναι και ναι και όχι. Τι εννοούμε.

Μέσω της προσευχής επικαλούμαστε το Θεό και Του γνωστοποιούμε το αίτημα μας, την ανάγκη μας, τις επιθυμίες μας, τις ευχαριστίες μας ή και τα παράπονα μας. Αλλά πολλές φορές μοιάζει ο Θεός να μην ανταποκρίνεται καθόλου ή εάν ανταποκρίνεται γίνεται μ’ ένα τρόπο που διαφεύγει της άμεσης αντίληψης μας. Έτσι πολλές φορές μια προσευχή, μια επίκληση που κάνουμε στο Θεό συνοδεύεται και από μια αίσθηση αμφιβολίας για το εάν κάναμε σωστά την προσευχή και εάν μας άκουσε ο Θεός και εάν φυσικά θα ανταποκριθεί στο αίτημα μας.

Αυτό όμως που δεν γνωρίζει ή δεν καταλαβαίνει η πλειοψηφία των ανθρώπων που εμπλέκονται με την προσευχή και την εξασκούν, είναι ότι η προσευχή εξαρτάται και από κάτι ακόμα. Τι είναι αυτό; Ο σπόρος που χρειάζεται να έχουμε φυτέψει στην καρδιά μας (υποσυνείδητο). Η προσευχή είναι σαν το πότισμα και το λίπασμα. Εάν δεν έχει προηγηθεί η σπορά, το πότισμα και το λίπασμα είναι ανώφελα. Μόνο όταν έχουμε φυτέψει το σπόρο που θέλουμε έχει νόημα να ποτίσουμε και να ρίξουμε λίπασμα για να πάρουμε τη σοδειά και τους καρπούς που θέλουμε.  Ποιός είναι ο σπόρος; Μα φυσικά οι πεποιθήσεις μας σχετικά με το Θεό.

Η πιο συνηθισμένη ερώτηση που ακούμε όταν η συζήτηση έρχεται στα περί Θεού, είναι: «πιστεύεις στο Θεό;» Και συνήθως η απάντηση είναι ένα μονολεκτικό ναι ή όχι ανάλογα με το τι πιστεύει ο καθένας. Όμως η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι αυτή αλλά η ερώτηση, «σε τι Θεό αληθινά πιστεύεις». Με την έννοια τι χαρακτηριστικά και τι ποιότητες προσάπτεις στο Θεό. Δεν έχει σημασία πως Τον αποκαλούμε ή μέσα από ποια θρησκεία ή άλλο πνευματικό μονοπάτι Τον συναντάμε και Τον γνωρίζουμε αλλά τι αληθινά πιστεύουμε γι’ Αυτόν. Αυτό είναι που κάνει όλη τη διαφορά. Πιστεύουμε σ’ ένα Θεό αγάπης; Ένα Θεό προσιτό που μας νοιάζεται και είναι μαζί μας, κοντά μας κάθε στιγμή; Ή πιστεύουμε σ’ ένα Θεό σκληρό, αδιάφορο, ένα Θεό απρόσιτο, κάπου μακριά, που πρέπει να Τον παρακαλάμε συνεχώς και πάλι δεν ξέρουμε εάν θα δεήσει να μας βοηθήσει. Ένα Θεό που μπορεί να στέλνει τιμωρίες, αρρώστιες, κακοτυχίες, θανάτους, κτλ, έτσι για να μας «συμμορφώσει». Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι μέσα στην καρδιά τους (υποσυνείδητο) δεν έχουν καλή ιδέα για το Θεό, ακόμη και άνθρωποι θρησκευόμενοι ακόμη και ιερείς. Μπορεί επιφανειακά, σε επίπεδο διανοητικό να μιλάνε για ένα Θεό της αγάπης γιατί αυτό λέει το δόγμα της θρησκείας τους αλλά μέσα τους μυστικά, βαθιά μέσα τους, στην καρδιά τους (υποσυνείδητο) έχουν άλλη γνώμη για το Θεό και αυτή δεν είναι τόσο καλή. Ή στην καλύτερη περίπτωση έχουν αντιφατική και αντικρουόμενη άποψη κατά περίσταση.

Έτσι όταν αληθινά μέσα μας δεν έχουμε καλή γνώμη για το Θεό, αλήθεια τι περιμένουμε από την προσευχή; Πως περιμένουμε να απευθυνθούμε σε κάποιον που δεν πιστεύουμε ότι μας αγαπάει άνευ όρων και θα μας συνδράμει όπως και να έχει; Εδώ φυσικά άσχημο ρόλο έχει παίξει και η θρησκεία (χριστιανική) με την εμμονή της στην «αμαρτία» και την αναξιότητα των ανθρώπων και πιστών που συνεχώς δήθεν παραβιάζουν τις εντολές του Κυρίου. Οι ιερείς, χωρίς ίσως να το καταλάβουν και οι ίδιοι, στην πλειονότητα τους (υπάρχουν φυσικά και φωτεινές εξαιρέσεις) έχουν μετατραπεί σε αυτόκλητοι «χωροφύλακες» των ψυχών, χωρίς μάλιστα κάτι τέτοιο να τους το έχει ζητήσει ο Θεός. Και αυτό δυστυχώς γεννάει ενστικτωδώς αντίδραση στους ανθρώπους. Κάποιοι άνθρωποι μάλιστα από αυτή τους τη μεγάλη αντίδραση σε αυτή την «ψυχική αστυνόμευση» από την οργανωμένη θρησκεία, πηγαίνουν σε μια ακραία επιλογή. Δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με τη λέξη Θεός, δηλώνοντας άθεοι, πιστεύοντας έτσι ότι θα απαλλαγούν από την υποσυνείδητη ενοχοποίηση που τους «κατατρέχει» έναντι του Θεού, που όπως είπαμε επιβάλλεται από την εκκλησία προς τους «πιστούς». Με αυτή τους όμως την επιλογή, μπορεί να γλυτώνουν αρχικά από την κυριαρχία της θρησκείας αλλά δυστυχώς καταδικάζουν τον εαυτό τους σε μια κενή από πνευματικότητα ζωή και αυτό είναι ενάντια στην ψυχή τους και τις αληθινές της ανάγκες και επιθυμίες. Άλλοι πάλι στρέφονται σε πιο «ήπιες» προσεγγίσεις του Θεού, όπου όμως πάλι αποφεύγουν τη λέξη Θεός, την οποία υποσυνείδητα έχουν συνδέσει με τη θρησκεία και τον έλεγχο που αυτή ασκεί και επιβάλλει. Προτιμούν εκφράσεις όπως το «Σύμπαν», «Ανώτερη Δύναμη», «Κοσμική-Συμπαντική ενέργεια», κτλ. Αλλά και αυτοί οι άνθρωποι, με αυτή τους την επιλογή, ουσιαστικά αντιδρούν στην επιβολή της ιδέας-εικόνας του Θεού, έτσι όπως την εκφράζουν τα ιερατεία των θρησκειών και την επιβάλλουν στους πιστούς. Μια επιβολή που τελικά προσφέρει πολύ κακή υπηρεσία στο Θεό και στο πως Τον «αντιπροσωπεύουν» και παρουσιάζουν στους ανθρώπους. 

Εάν σου έχει γίνει πλύση εγκεφάλου σε όλη σου τη ζωή ότι είσαι ανάξιος, αμαρτωλός και συνεχόμενα παραβάτης των εντολών του Θεού, από μέσα σου πως περιμένεις να νιώθεις; Τι είδους σχέση πιστεύεις ότι θα έχεις με το Θεό; Με τι μούτρα να παρουσιαστείς στο Θεό (μέσω της προσευχής) και να Του μιλήσεις; Ασφαλώς και θα αποφεύγεις να απευθυνθείς στο Θεό γιατί θα νιώθεις ένοχος που είσαι παραβάτης των εντολών Του και όχι καλός πιστός.

Δυστυχώς όπως είπαμε, η εκκλησία έχει κάνει μεγάλη ζημιά σε αυτό το ζήτημα (για να είμαστε όμως δίκαιοι, σε άλλα ζητήματα η πνευματική της συνεισφορά είναι τεράστια). Ναι, το ξέρουμε ότι σε επιφανειακό επίπεδο θα σου πουν ότι αυτοί σου λένε να στραφείς στο Θεό της αγάπης και Αυτός θα σε συγχωρέσει αλλά στην πράξη αυτό το οποίο τονίζουν συνεχώς είναι η αμαρτία και η ενοχή. Αυτό είναι που έχει εμπεδωθεί στα υποσυνείδητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτή η λάθος πίστη, σ’ ένα άσπλαχνο, σκληρό Θεό, που δεν χάνει ευκαιρία να μας δοκιμάζει και εμείς να αποτυγχάνουμε!!

Είναι σαν ένα γονιό που πάντα μαλώνει το παιδί του, ποτέ δεν βρίσκει κάτι καλό επάνω του, το αποπαίρνει συνεχώς αλλά ταυτόχρονα του λέει εγώ σ’ αγαπώ, εάν χρειάζεσαι κάτι έλα σε μένα. Όλοι ξέρουμε (ίσως και από προσωπική εμπειρία) ότι εάν κάποιος μας μαλώνει, μας αποπαίρνει και είναι γενικά σκληρός απέναντι μας, εμείς τον αποφεύγουμε. Δεν είναι η πρώτη σκέψη μας να απευθυνθούμε σε αυτόν όταν έχουμε κάποιο πρόβλημα.

Το ίδιο ακριβώς μας συμβαίνει και με το Θεό. Λόγω της πολύ κακής εικόνας που έχουμε χτίσει μέσα μας (άσχετα ποιοί έχουν συμβάλλει σε αυτό, δεν είναι αυτό το θέμα), μέσα στην καρδιά μας (υποσυνείδητο) γι’ Αυτόν, ουσιαστικά Τον αποφεύγουμε. Ή εάν «υποχρεωθούμε» από τις συνθήκες να το κάνουμε και στραφούμε σε Αυτόν (πχ λόγω κάποιας σοβαρής ασθένειας που δεν μπορούν οι γιατροί να κάνουν κάτι), δηλαδή μη έχοντας άλλη λύση στρεφόμαστε σε Αυτόν με μισή όμως καρδιά. Στην ουσία πάλι εμείς οι ίδιοι μπλοκάρουμε την αποτελεσματικότητα της προσευχής γιατί ο Θεός δεν μπορεί να παραβιάσει την ελεύθερη μας βούληση. Και η αληθινή ελεύθερη μας βούληση πάντοτε εκφράζεται με τις πεποιθήσεις που έχουμε στο υποσυνείδητο μας και όχι με αυτό που λέμε σε επιφανειακό λεκτικό επίπεδο. Γιατί τη μια στιγμή ζητάμε τη βοήθεια μέσα από την προσευχή αλλά την άλλη στιγμή, μετά την προσευχή δεν πιστεύουμε (λόγω των διαβρωτικών πεποιθήσεων που έχουμε) ότι τελικά θα κάνει κάτι ο Θεός και ουσιαστικά ακυρώνουμε την προσευχή μας, αντιστεκόμαστε εμείς οι ίδιοι (εν αγνοία μας) στο Θεό. Όταν σκεφτόμαστε και βουλιάζουμε στις αμφιβολίες μας, που τροφοδοτούνται από τις λάθος πεποιθήσεις στο υποσυνείδητο μας, είναι σαν να κάνουμε «αντιπροσευχή». Δηλαδή κάνουμε δύο προσευχές αντικρουόμενες, μια για βοήθεια και μια ότι δεν θα υπάρξει βοήθεια! Ποια θα κερδίσει; μα φυσικά αυτή που καθιστούμε ισχυρότερη μέσα από την «πίστη» μας, μέσα από τη συνειδητή μας εστίαση και απόφαση το ποια θα υποστηρίξουμε (ενεργειακά) τελικά. 

Άρα εάν θέλουμε να κάνουμε αποτελεσματικές τις προσευχές μας, δεν πρέπει να ξεκινήσουμε από την προσευχή αλλά πρώτα πρέπει να στραφούμε μέσα μας και να κάνουμε μια ειλικρινή ενδοσκόπηση σχετικά με το τι πιστεύουμε για το Θεό. Εάν ανακαλύψουμε ότι ειλικρινά δεν έχουμε και τις καλύτερες πεποιθήσεις για Αυτόν θα πρέπει να τις αλλάξουμε. Ο τρόπος για να το κάνουμε αυτό είναι μέσω του στοχασμού. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτόμαστε πάνω στην ιδέα που θέλουμε να είναι αληθινή για εμάς και τη σχέση μας με το Θεό. Πχ ότι είναι φιλέσπλαχνος και Θεός της αγάπης (εδώ μπορούν να βοηθήσουν διάφορα αναγνώσματα προς αυτήν την κατεύθυνση, από όποια πνευματική παράδοση και εάν προέρχονται). Δεν αρκεί να το σκεφτούμε φευγαλέα αλλά πρέπει να στοχαστούμε-διαλογιστούμε αρκετά πάνω σε αυτήν την ιδέα ξανά και ξανά, για να αρχίσει αυτή να «ριζώνει» μέσα μας, να φτάσει στο υποσυνείδητο μας. Στην ουσία με την πρακτική του στοχασμού-διαλογισμού πάνω στις ιδέες που θέλουμε, κάνουμε και τη σπορά που λέγαμε στην αρχή του κειμένου. Και όταν έχουμε σπείρει το σωστό σπόρο, την αλήθεια για τη φύση του Θεού και αρχίσουμε να πιστεύουμε σε αυτές τις ιδέες για το Θεό, ότι δηλαδή είναι ένας καλός και στοργικός Πατέρας για εμάς τους ανθρώπους, ότι νοιάζεται για τον καθένα μας ξεχωριστά και προσωπικά κάθε στιγμή, τότε θα είναι η στιγμή να προσευχηθούμε. Τότε η προσευχή μας γίνεται το πανίσχυρο πότισμα και λίπασμα που θα φέρει τους καρπούς που προσδοκούμε. Διαφορετικά τις περισσότερες φορές ματαιοπονούμε και άδικα απογοητευόμαστε και δυστυχώς μέσα από αυτήν την άγνοια, χτίζουμε ακόμη πιο άσχημες πεποιθήσεις για το Θεό. Επειδή η προσευχή μας μοιάζει να μην απαντιέται, η προσευχή που όπως εξηγήσαμε την εκτελέσαμε μέσα στην άγνοια μας, τη λανθασμένη δηλαδή προσέγγιση που χρησιμοποιούμε, τότε θυμώνουμε ακόμη πιο πολύ και λέμε πράγματα όπως, «δεν υπάρχει Θεός», «εάν υπήρχε δεν θα άφηνε να γίνει αυτό το κακό», «που ήσουν Θεέ να με βοηθήσεις εκείνη τη δύσκολη στιγμή», κτλ. Ενισχύουμε ακόμη πιο πολύ τις λανθασμένες μας πεποιθήσεις για το Θεό και μάλιστα τις ενισχύουμε και εμπειρικά με το βίωμα μας. Δηλαδή την αποτυχία μας να δούμε αποτελέσματα από την προσευχή μας την κάνουμε ακόμη ένα λίθο που βάζουμε πάνω στο τείχος που μας χωρίζει από το Θεό.

Δυστυχώς δεν καταλαβαίνουμε ότι το ατσάλινο τείχος ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό, που εμποδίζει τις προσευχές μας να φτάσουν σε Αυτόν, είναι δικό μας δημιούργημα, είναι οι περιοριστικές πεποιθήσεις μας, οι αρνητικές μας πεποιθήσεις για Αυτόν. Ο Θεός δεν μπορεί να παραβιάσει την ελεύθερη μας βούληση και να επέμβει ενώ εμείς δεν θέλουμε. Θα πει κάποιος, "μα στην προσευχή μου ζητάω τη βοήθεια του Θεού". Ναι, τη στιγμή της προσευχής, αλλά αυτό γίνεται σε επιφανειακό επίπεδο. Τις υπόλοιπες στιγμές τι κάνουμε; Μετά την προσευχή ξαναζούμε με βάση τις πεποιθήσεις που έχουμε μέσα μας. Δηλαδή δεν πιστεύουμε στην επέμβαση του Θεού. Πολλοί νομίζουν ότι επειδή θα κάνουν μια «λεκτική» προσευχή (ή θ' ανάψουν ένα κερί), ότι θα συμβεί αυτό που ζητάνε ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις που συνεχίζουν να έχουν. Εάν η προσευχή οδηγήσει και σε αλλαγή (απαλλαγή στην ουσία) των περιοριστικών πεποιθήσεων, εάν η προσευχή οδηγήσει σε ανύψωση της συνειδητότητας, τότε η προσευχή είναι αποτελεσματική, διαφορετικά όχι. 

Είναι χαρακτηριστικό της λάθος πίστης που έχουμε αλλά ταυτόχρονα και χιουμοριστικό, αυτό που λένε πολλές φορές οι γιατροί, στους συγγενείς ενός ασθενή: «εμείς κάναμε ότι ήταν δυνατόν, τώρα ο Θεός!». Μα εάν πίστευαν αληθινά στο Θεό οι συγγενείς, πρώτα θα στρεφόταν σε Αυτόν και μετά στους γιατρούς. Το ίδιο ισχύει και για τους γιατρούς. Εάν πίστευαν αληθινά στο Θεό θα Τον επικαλούνταν από την αρχή, θα στρεφόταν εκεί και θα έλεγαν ότι ο Θεός τους καθοδηγεί και όχι πρώτα και κύρια η γνώση και ατομική ικανότητα τους. Αυτοί θα ήταν εργαλεία μέσα από το οποία θα εκδηλωνόταν η θεραπεία και η Χάρις του Θεού. Έτσι, ενώ στην πράξη δίνουν την τελευταία θέση της ιεραρχίας της δικαιοδοσίας στο Θεό, μετά λένε στους συγγενείς να στραφούν στο Θεό. Η απόλυτη υποκρισία και άγνοια. Εμείς οι άνθρωποι αρεσκόμαστε να χρησιμοποιούμε τέτοιες φράσεις-κλισέ για να διώξουμε την ευθύνη από επάνω μας και να βγούμε από την αμηχανία όταν έχουμε έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την μικρότητα και την αδυναμία μας να τα καταφέρουμε μόνοι μας. Τις χρησιμοποιούμε για να κρύψουμε την αμηχανία μας από την αποτυχία μας.

Μπορεί να πει κάποιος ότι υπάρχουν και περιπτώσεις ανθρώπων που δεν πίστευαν και τους έχει συμβεί ένα θαύμα και αυτό είναι αλήθεια. Ο λόγος είναι αυτό που λέμε «μυστήριαι αι βουλαί του Θεού». Δηλαδή σε κάποιους ανθρώπους «καρμικά» δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία. Πολλοί από αυτούς την εκμεταλλεύονται και μετά το θαύμα κάνουν μια απόλυτη μεταστροφή στη ζωή τους και ως προς τη σχέση τους με το Θεό.

Υπάρχουν επίσης και περιπτώσεις που γίνεται θαυματουργή επέμβαση (πχ προστασίας) σε ανθρώπους που δεν τους επιτρέπει η διάνοια τους να εξασκήσουν σε απόλυτο βαθμό την ελεύθερη τους βούληση, που δεν έχουν επίγνωση της άγνοιας τους (πχ παιδιά). Δηλαδή η άγνοια τους δεν οφείλεται στον «εγωϊσμό» τους όπως συμβαίνει στους περισσότερους από εμάς τους υπόλοιπους ανθρώπους. Όπως επίσης υπάρχουν και περιπτώσεις ανθρώπων που κάτω από το βάρος μια πολύ δύσκολης συνθήκης που τους έχει βρει, «λυγίζουν» και η καρδιά τους «ταπεινώνεται» (δηλαδή εγκαταλείπουν στιγμιαία τις εγωϊστικές τους πεποιθήσεις) και έτσι ανοίγουν την καρδιά τους προς το Θεό και τότε είναι δυνατή η θαυματουργή επέμβαση του Ελέους του Θεού.

Αλήθεια όμως, όταν θυμόμαστε να στραφούμε στο Θεό μόνο στην πολύ έκτακτη ανάγκη και φυσικά όταν δούμε ότι δεν έχουμε καμία άλλη λύση στο τσεπάκι μας, τι νομίζουμε ότι πιστεύουμε πραγματικά για το Θεό; Τι αποκαλύπτει αυτή μας η στάση σχετικά με τις πεποιθήσεις μας για το Θεό; Αποκαλύπτει ότι δεν Τον εμπιστευόμαστε αληθινά, γι’ αυτό εξάλλου στην πράξη επιλέγουμε να κινηθούμε με βάση αυτά που ξέρουμε να κάνουμε, εμείς οι ίδιοι σαν κατώτερα εγώ. Αλήθεια εάν Τον εμπιστευόμασταν και πιστεύαμε ότι είναι πανίσχυρος και πανάγαθος, δεν θα στρεφόμασταν ευθύς εξ' αρχής σε Αυτόν για καθοδήγηση; Δεν θα ξεκινούσαμε κάθε ημέρα μας από Αυτόν; Γιατί όμως δεν το κάνουμε; Πολύ απλά γιατί αληθινά δεν Τον εμπιστευόμαστε. Και δεν Τον εμπιστευόμαστε γιατί μέσα μας (υποσυνείδητα) δεν έχουμε καλή γνώμη γι’ Αυτόν, δεν έχουμε καλή γνώμη για τη σχέση μας με Αυτόν, στην ουσία δεν πιστεύουμε ότι έχουμε καν σχέση ενεργή και αγαθή με το Θεό. Και φυσικά αυτό εισπράττουμε στην καθημερινή μας ζωή. Αλήθεια, μετά γιατί διαμαρτυρόμαστε για το Θεό; Για ποιό πράγμα ακριβώς Τον κατηγορούμε, όταν εμείς οι ίδιοι Τον έχουμε εξορίσει από τις καρδιές μας (υποσυνείδητο). Όταν εμείς με τις βαθύτερες και λανθασμένες πεποιθήσεις μας (που όμως εκφράζουν σε ενεργειακό-δονητικό επίπεδο την γνήσια ελεύθερη μας βούληση) δεν Του επιτρέπουμε να επέμβει; Και ο Θεός με βάση τις Αρχές και Νομοτέλειες που έχει θέσει, δεν μπορεί να παρακάμψει την ελεύθερη μας βούληση. Και οι Νομοτέλειες Του δεσμεύουν πάνω απ’ όλα τον Ίδιο.

Επίσης ένα άλλο πρόβλημα που θα συναντήσουμε όταν δεν έχουμε καλή και ενεργή σχέση με το Θεό και συνήθως Τον αφήνουμε τελευταίο, για καμιά «ώρα ανάγκης» που λέμε, είναι το εξής. Όταν θα έρθει η «ώρα ανάγκης», επειδή δεν θα έχουμε συνηθίσει να στρεφόμαστε στο Θεό (γιατί φυσικά δεν έχουμε επεξεργαστεί τις πεποιθήσεις μας γι’ Αυτόν), θα μας είναι πολύ δύσκολο να στραφούμε αληθινά σε Αυτόν. Κάτω μάλιστα και από το βάρος των αρνητικών συναισθημάτων της δύσκολης συνθήκης, θα μας είναι πρακτικά δύσκολο να έχουμε την ηρεμία και γαλήνη που απαιτεί η προσευχή για να στραφούμε στο Θεό. Η ηρεμία και γαλήνη είναι καταστάσεις υψηλής δόνησης που και είναι η κατεξοχήν δόνηση της επικοινωνίας με το Θεό (η προσευχή που γίνεται σε υψηλή δόνηση είναι η καλύτερη (η άριστη) μορφή προσευχής). Όλοι οι μύστες, άγιοι, ασκητές, φωτισμένοι, κτλ, ανά τους αιώνες, πάντοτε συμβούλευαν να προσευχόμαστε με ηρεμία, γαλήνη, ταπεινότητα και αγάπη. Κανένας δεν έχει προτείνει να προσευχόμαστε με άγχος και πίεση. Αντίθετα όλοι επισημαίνουν ότι αυτές οι ψυχικές καταστάσεις αντενδείκνυνται για επαφή με το Θείο. Που θα βρούμε λοιπόν εμείς την ηρεμία και γαλήνη όταν θα έχει ξεσπάσει η θύελλα επάνω μας και θα είμαστε κάτω από το κράτος του πανικού; Γι’ αυτό καλό είναι εάν θέλουμε να έχουμε αποτελεσματική επαφή με το Θεό, να καλλιεργήσουμε αυτή τη σχέση όσο είμαστε ήρεμοι, όταν τα πράγματα είναι ακόμη σχετικά καλά για εμάς και την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε και δεν έχουμε την πίεση μιας επείγουσας εξωτερικής ανάγκης, μιας δυσμενούς εξωτερικής συνθήκης. Δυστυχώς όμως, για την πλειοψηφία, όταν τα πράγματα είναι σχετικά καλά, τότε είναι που δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για το Θεό γιατί αυτάρεσκα πιστεύουμε ότι καλούτσικα τα καταφέρνουμε και μόνοι μας, τι τον χρειαζόμαστε το Θεό! Αλλά όταν ξεσπάσει η θύελλα πάνω στο κεφάλι μας και δεν ξέρουμε που να κρυφτούμε, τότε καταλαβαίνουμε πόσο λάθος είχαμε στις εκτιμήσεις μας και αυτό αν το καταλάβουμε και τότε. Μπορεί να συνεχίσουμε στον ίδιο ή και βαθύτερο εγωϊστικό ύπνο που βρισκόμασταν και πριν.  

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η προσευχή αφορά την επικοινωνία μας με την προσωπική όψη του Θεού δηλαδή το χτίσιμο προσωπικής σχέσης με το Θεό σαν πρόσωπο. Ενώ αντίθετα η απλή πρόθεση και η στοχοθεσία μέσω της πρόθεσης αφορά την απρόσωπη όψη του Θεού τη Συμπαντική όψη. Στην προσωπική όψη του Θεού είναι σημαντικό να χτίσουμε σχέση κοινωνίας με το πρόσωπο του Θεού, έτσι όπως ακριβώς δημιουργούμε σχέση με κάποιον άλλον άνθρωπο που αγαπάμε και θέλουμε να είμαστε σε σχέση μαζί του/της (πχ σύντροφο). Το πιο σημαντικό πράγμα σε μια σχέση είναι η επικοινωνία, αυτή καθορίζει το είδος της σχέσης, εάν αυτή θα είναι θερμή ή χλιαρή ή και τελείως απόμακρη. Άρα πρέπει να καλλιεργήσουμε συστηματικά αυτήν τη σχέση όπως θα κάναμε και με κάθε άλλη ανθρώπινη σχέση που μας ενδιαφέρει και θέλουμε να είναι καλή. Επειδή υπάρχει η νόμος της ελεύθερης βούλησης πρέπει συνεχώς να εκφράζουμε εμείς τη δική μας βούληση να έρθουμε σε (επι)κοινωνία με το Θεό. Όπως αναφέρει και στη επιστολη του Ιακώβου, "εγγείσατε το Θεό και ο Θεός εγγυεί υμίν" (πλησιάστε το Θεό και ο Θεός θα σας πλησιάσει). Πρέπει ο άνθρωπος να κάνει συνεχώς το πρώτο βήμα γιατί υπάρχει το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μπούμε στη συνήθεια της συνεχούς και σταθερής επικοινωνίας με το Θεό, με το πρόσωπο του Θεού και όχι μόνο με τη Συμπαντική απρόσωπη Του όψη (που και αυτή είναι σημαντική, η ανάγκη της ανυψωμένης δόνηση που αναφέρουμε συνεχώς). Αυτό δημιουργεί τη προσωπική σχέση που κάνει την προσευχή πολύ πιο εύκολη στη συνέχεια. Είναι η προσωπική σχέση με το πρόσωπο του Θεού που εξηγεί πολλές τις θαυματουργικές επεμβάσεις "Ελέους" πάνω σε ανθρώπους που δεν εξηγείται διαφορετικά, εάν το εξετάσουμε μόνο από την άποψη της δόνησης τους. Δηλαδή ενώ αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι σε κατάσταση "υψηλής δόνησης" λαμβάνουν κάτι υπέροχο, έξω από τη λογική της δόνησης στην οποία βρισκόταν. Μοιάζει σαν να αψηφούνται οι Συμπαντικές Αρχές και Νόμοι (απρόσωπη-συμπαντική όψη του Θεού). Είναι μια επέμβαση ανώτερη "Ελέους" που υπερβαίνει αυτούς του Νόμους (μια επέμβαση της Θείας Χάριτος). Αυτό μπορεί να προέλθει μόνο από την προσωπική όψη του Θεού, μόνο από την (επι)κοινωνία μας με το πρόσωπο του Θεού και όχι από την απρόσωπη όψη όπου εκεί όλα καθορίζονται αυστηρά από τη δόνηση μας και τις Συμπαντικές νομοτέλειες. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό να καλλιεργήσουμε όσο μπορούμε αυτήν την προσωπική σχέση. Ενώ εάν δεν έχουμε καλλιεργήσει αυτήν τη σχέση, μας φαίνεται δύσκολο να το κάνουμε ακόμη και εάν είμαστε σε μεγάλη ανάγκη. Μέσα από την καλλιέργεια της προσωπικής σχέσης με το πρόσωπο του Θεού θα μπορέσουμε να υιοθετήσουμε και τις σωστές πεποιθήσεις και ιδέες για τη φύση του Θεού και για το πως σκέφτεται για εμάς και ποιά είναι η καρδιά του Θεού για τον άνθρωπο (χρησιμοποιούμε πάλι ανθρωποπαθείς εκφράσεις για ευκολότερη κατανόηση). Μόνο μέσα από την προσωπική σχέση με το Θεό μπορούμε να Τον αντιληφθούμε ως Πατέρα μας, ως φιλόστοργο, φιλέσπλαχνο και γενναιόδωρο Πατέρα μας. Μόνο μέσα από αυτήν την προσωπική σχέση μπορούμε να καταλήξουμε να Τον νιώθουμε και να Τον αποκαλούμε γλυκό Πατερούλη....Και όταν γνωρίζεις (πεποιθήσεις) ότι έχεις τέτοιο Πατέρα δεν έχεις κανένα δισταγμό και φόβο να Του ζητήσεις το οτιδήποτε και να Του παραδώσεις όποιο βάρος και φορτίο εάν κουβαλάς για να σου το σηκώσει Εκείνος!!

Πως όμως καταλαβαίνουμε ποιές είναι οι αληθινές μας πεποιθήσεις (δηλαδή οι υποσυνείδητες) για το Θεό, αυτές που έχουμε στην καρδιά μας και όχι αυτές που υποστηρίζουμε ότι έχουμε διανοητικά (ή θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι έχουμε); Με τις διανοητικές πεποιθήσεις μπορούμε να ξεγελάσουμε πολύ εύκολα τους άλλους σχετικά με το τι πιστεύουμε αλλά κυρίως μπορούμε να ξεγελάσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Μπορεί να μιλάμε όλη μέρα για το Θεό, να κάνουμε κήρυγμα υπέρ του Θεού αλλά να μην πιστεύουμε αληθινά στο Θεό. Πως θα το καταλάβουμε αυτό; Πολύ απλά από τα συναισθήματα μας. Αυτά θα μας πουν την αλήθεια. Ακούμε μια φοβική είδηση και μας πιάνει φόβος και πανικός; Τότε δεν πιστεύουμε αληθινά στο Θεό ή τουλάχιστον στο βαθμό που θα θέλαμε. Παρακολουθούμε συνεχώς τα δελτία ειδήσεων και γεμίζουμε τρόμο (πχ όπως τώρα με την περίπτωση του κορωνοϊού) και λέμε «ο Θεός να βάλει το χέρι Του». Τότε πάλι δεν πιστεύουμε αληθινά στο Θεό, άσχετα που με την φράση που λέμε μοιάζουμε σαν να πιστεύουμε αφού λεκτικά επικαλούμαστε το Θεό. Αληθινός πιστός είναι αυτός που εμπιστεύεται μέσα του το Θεό και όχι αυτός που μιλάει υπέρ του Θεού. Εάν τον περισσότερο καιρό στρέφουμε τη ματιά μας στον εξωτερικό κόσμο και σε αυτά που συμβαίνουν και φοβόμαστε και αναστατωνόμαστε, δεν πιστεύουμε αληθινά στο Θεό. Η αληθινή πίστη είναι να στρέφεις τη ματιά σου εσωτερικά και να βλέπεις την αλήθεια της τελειότητας του Θεού και να μην αφήνεις τις θύελλες του εξωτερικού κόσμου (των παροδικών φαινομένων) να σε ταράξουν, γιατί αληθινά ξέρεις ότι βρίσκεσαι πάνω στο βράχο της συνειδητότητας του Θεού και δεν μπορούν οι εξωτερικές συνθήκες να σε κουνήσουν. Αντίθετα εμείς λέμε ότι πιστεύουμε στο Θεό αλλά μας αρέσει να κάνουμε «μπανιστήρι» όλη την ώρα σε ότι άσχημο συμβαίνει «εκεί έξω» και διαστροφικά να τη «βρίσκουμε» που τρομοκρατούμαστε.

Ο Θεός μας έχει δώσει απόλυτη ελευθερία να επιλέξουμε ότι θέλουμε, όποια εκδοχή πραγματικότητας θέλουμε για τη ζωή μας. Και ενώ μας έχει δώσει αυτήν την ελευθερία και το δικαίωμα, εμείς Του «ζαλίζουμε» το κεφάλι (για να το πούμε και λίγο χιουμοριστικά) με προσευχές και αιτήματα και μετά Τον κατηγορούμε και από πάνω που δεν ικανοποίησε τα αιτήματα μας, έτσι όπως Του τα παραγγείλαμε! Ο απόλυτος εγωϊσμός και άγνοια ταυτόχρονα για τα περί Θεού! Απλά δεν καταλαβαίνουμε που έχουμε παγιδευτεί μέσα στο γήινο μάτριξ, ποιός αληθινά κάνει κουμάντο στο μυαλό μας και στις επιλογές μας (σε ενεργειακό επίπεδο). Νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι, ενώ έχουμε χάσει την αληθινή μας ελευθερία (αυτή που μας χορήγησε ο Θεός). Στην πράξη είμαστε «ενεργούμενοι», «υποχείρια», «μαριονέτες» που κάποιοι άλλοι κινούν τα νήματα τους, πάντως όχι ο Θεός (όσοι έχετε αποκτήσει την εφαρμογή για τον ανώτερο εαυτό, θα έχετε διαβάσει τo κείμενο για τις τοξικές ενεργειακές σκεπτομορφές που αποκαλλούμε με τον όρο  "τοξικά εγρηγορότα" και την κυριαρχία τους μέσα στο γήινο matrix και ταυτόχρονα την υποδούλωση του ανθρώπου σε αυτά). Σε αυτό αναφερόταν και ο Χριστός όταν είπε το περίφημο, «Πάτερἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34). Όταν ξυπνήσουμε, όταν αφυπνιστούμε συνειδησιακά και μπορέσουμε ν' απελευθερωθούμε από τη μέγγενη των τοξικών εγρηγορότων, τότε μόνο θα ανακτήσουμε την ολοκληρωτική  θεϊκή ελευθερία μας και την ικανότητα μας για ελεύθερες επιλογές. Μόνο τότε θα συνειδητοποιήσουμε την αληθινή μας φύση και τι μεγάλο δώρο μας έχει κάνει ο Θεός! Μόνο τότε θα καταλάβουμε ότι η προσευχή-αίτημα δεν έχει κανένα νόημα αφού ήδη ο Θεός έχει μεριμνήσει να μας δώσει την ελευθερία να επιλέξουμε ότι θέλουμε, όποια πραγματικότητα και εκδοχή της θέλουμε (αυτό είναι το μεγάλο Του δώρο πολυτελείας προς εμάς τους ανθρώπους), καθώς ήδη έχει δημιουργήσει (στο ενεργοπληροφοριακό πεδίο) κάθε δυνατή εκδοχή πραγματικότητας (γι' αυτό και η δόξα είναι όλη του Θεού). Ειλικρινά όταν συνειδητοποιήσουμε αυτήν τη βαθιά αλήθεια, τότε θα καταλάβουμε ότι η "προσκόλληση" μας στην προσευχή-αίτημα έχει να κάνει μόνο με την κοιμισμένη και υποδουλωμένη συνειδητότητα μας μέσα στο τοξικό και ελεγχόμενο από τα τοξικά εγρηγορότα γήινο matrix και όχι με τη Δημιουργία του Θεού και τις νομοτέλειες Του.  Θα καταλάβουμε ότι η μόνη προσευχή που έχει αληθινά νόημα είναι η ευχαριστηριακή προσευχή προς το Θεό καθώς ήδη έχει δημιουργήσει (γι' αυτό και Τον δοξάζουμε) ότι μπορούμε ή θα μπορούσαμε ποτέ να ονειρευτούμε και ζητήσουμε. Και αυτή είναι η μόνη προσευχή που μας κάνει αληθινά ταπεινούς, καθώς αφού όλα τα έχει δημιουργήσει ο Θεός και μας έχει δώσει την ελευθερία και το δικαίωμα να επιλέξουμε ότι θέλουμε, προς τι τότε η υπερηφάνεια; Δεν υπάρχει κάτι να υπερηφανευτούμε ότι το δημιουργήσαμε εμείς. Έτσι δεν υπάρχει χώρος και λόγος για "προσωπική σημαντικότητα" και "προσωπικό μεγαλείο". Μόνο τότε θα γίνουμε αληθινά πιστοί, με την πραγματική και ουσιαστική έννοια της πίστης και όχι τη δογματική.

Μπορεί να μην πούμε δημόσια λέξη υπέρ του Θεού και να είμαστε αληθινά πιστοί, να ζούμε κάτω από τη σκέπη Του, να νιώθουμε γαλήνη, ειρήνη, εμπιστοσύνη. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο όταν η ματιά μας τον περισσότερο καιρό είναι στραμμένη στη δύναμη και αγάπη του Θεού για εμάς και στο δώρο της ζωής που μας έχει χορηγήσει. Aυτό θα μας το πληροφορήσουν εάν συμβαίνει μόνο τα συναισθήματα μας, μόνο η δόνηση μας. Την αλήθεια θα μας την αποκαλύψει η καρδιά μας για το τι αληθινά πιστεύουμε και όχι η διάνοια μας και οι θεωρίες ή τα δόγματα περί Θεού που μπορεί να ασπαζόμαστε. Στην καρδιά κρίνεται εάν είμαστε αληθινά πιστοί και όχι στη διάνοια. Στο που ακριβώς δονούμαστε ενεργειακά για να το διατυπώσουμε και με "κβαντικούς-ενεργειακούς" όρους. Και η γαλήνη, ειρήνη, αγάπη και εμπιστοσύνη του Θεού προσφέρει την υψηλότερη συχνότητα δόνησης, που μπορούμε να βιώσουμε.

Η πιο τοξική και ταυτόχρονα λανθασμένη πεποίθηση περί Θεού, είναι η περιγραφή του Θεού σαν κάποιο παντοδύναμο Ον που βλέπει τα πάντα από ψηλά και ασκεί απόλυτο έλεγχο πάνω στον άνθρωπο και στη ζωή του. Ένα Θεό που λέει και κανονίζει ανά πάσα στιγμή τι πρέπει να συμβεί στη ζωή σου, τι μπορείς να έχεις και τι δεν μπορείς να έχεις, τι μπορείς να επιθυμείς και τι δεν επιτρέπεται. Ένα Θεό που κανονίζει κάθε στιγμή τι θα συμβεί στην κοινωνία και τι όχι, ποιοί θα πεθάνουν και ποιοί θα ζήσουν, ποιοί θα αρρωστήσουν και ποιοί όχι, ποιοί θα είναι πλούσιοι, τυχεροί, όμορφοι και βολεμένοι και ποιοί δεν θα είναι. Και τότε, μέσα σε αυτό το μοντέλο, που είναι η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου να επιλέξει; Πουθενά αφού τα πάντα τα εξουσιάζει ο απολυταρχικός Θεός. Με μια τέτοια πεποίθηση-μοντέλο για το Θεό, τι νόημα έχει και η προσευχή; Απολύτως κανένα. Αυτήν την εκδοχή (μοντέλο κατανόησης) και πεποίθηση περί Θεού την προωθούν τα τοξικά εγρηγορότα μέσα στο γήινο matrix για την συνειδησιακή υποδούλωση του ανθρώπου και δική τους επιβίωση και κυριαρχία και δυστυχώς η αλήθεια και διαπίστωση είναι ότι τα έχουν καταφέρει πολύ καλά μέχρι τώρα. Βοηθούμενα φυσικά και από τα (υπο)εγρηγορότα των θρησκειών που σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζουν αρκετές «σκληρές» και «τοξικές» όψεις στη λειτουργία τους και την «ενεργειακή επιρροή» τους πάνω στους «πιστούς» (και όχι μόνο) των θρησκειών.

Συμπερασματικά να πούμε ότι το καλύτερο που μπορούμε να ζητήσουμε από το Θεό είναι να μας βοηθήσει ν’ αλλάξουμε τις πεποιθήσεις μας για Αυτόν. Να ξεφύγουμε από τις παραπλανητικές πεποιθήσεις για το Θεό που ενσπείρουν τα τοξικά εγρηγορότα και να γεμίσουμε από την αγάπη Του και την εμπιστοσύνη Του. Τότε θεραπεύεται και η εγωϊστική καρδιά μας (υποσυνείδητο) δηλαδή ξεφεύγει από τον "ενεργειακό έλεγχο" των τοξικών εγρηγορότων. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας και εκεί να ζητήσουμε να επέλθει η θεραπεία του Θεού μέσα μας. Εάν δεν διορθώσουμε τις πεποιθήσεις μας για το Θεό δεν θα μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε επαρκώς και στο βάθος που πρέπει και την προσωπική μας σχέση με το πρόσωπο του Θεού. Όταν κάποιν τον φοβόμαστε και δεν τον εμπιστευόμαστε, ποτέ δεν του ανοιγόμαστε ούτε του δινόμαστε ολοκληρωτικά. Πάντοτε είμαστε επιφυλακτικοί και μαζεμένοι. Το ίδιο ισχύει και με το πρόσωπο του Θεού. Εάν ο υποτιθέμενος σεβασμός μας (που προτάσεται κατά κόρον από τη θρησκεία) για την ανωτερότητα του Θεού γίνει εμπόδιο στο να νιώοσυμε τη θαλπωρή της αγάπης του προσώπου του Θεού για εμάς, δεν θα μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε σωστά αυτήν τη σχέση. Η αγάπη και εμπιστοσύνη στην αγαθότητα Του, πρέπει να είναι τα κυρίαρχα συστατικά αυτής της σχέσης που κανονικά πρέπει να είναι τρελός έρωτας (Θείος έρωτας) γιατί είναι ότι καλύτερο μπορεί να μας συμβεί. Αυτό όμως προϋποθέτει πρώτα και πάνω απ' όλα σωστές και υγιείς (αληθινές) πεποιθήσεις για το Θεό. Έτσι όταν διορθώσουμε τις πεποιθήσεις μας για το Θεό, όταν εγκαταλείψουμε τις «εγωϊστικές» (και χωριστικές) μας πεποιθήσεις και αντίθετα υιοθετήσουμε τις αληθινές και υγιείς πεποιθήσεις για το Θεό, τότε η προσευχή γίνεται χαρά (και φυσικά η δόνηση μας γίνεται υψηλόσυχνη και όχι όπως αυτή του φόβου που είναι χαμηλόσυχνη). Τότε η προσευχή γίνεται ένα πανίσχυρο εργαλείο επικοινωνίας με το Θεό, που μας ικανοποιεί μόνο και μόνο από την ίδια την πράξη της. Χωρίς δηλαδή να περιμένουμε να δούμε εάν λάβαμε αυτό που ζητήσαμε, η ικανοποίηση από την επικοινωνία με το Θεό μέσω της προσευχής, γίνεται από μόνη της ανταμοιβή. Ο Θείος έρωτας είναι η μεγάλη ανταμοιβή, όπως είναι ακριβώς και ο έρωτας ανάμεσα στους ανθρώπους ότι καλύτερο και εντονότερο μπορεί να γνωρίσουμε στην ανθρώπινη εμπειρία μας. Η (επι)κοινωνία από την προσωπική μας σχέση με το πρόσωπο του Θεού γίνεται από μόνη τη; η υπέρτατη ανταμοιβή. Αυτή φυσικά είναι και μια κατάσταση υψηλής δόνησης ενεργειακά και συνειδησιακά και όπως είπαμε είναι και η ισχυρότερη (η άριστη για την ακρίβεια) και αποτελεσματικότερη μορφή προσευχής που υπάρχει μακροπρόθεσμα. Άρα είμαστε καλυμένοι από και από τις δύο όψεις του Θεού και την προσωπική και την απρόσωπη-συμπαντική. Είναι επιπρόσθετα και ο καλύτερος τρόπος βίωσης της γήινης υλικής μας ζωής καθώς είναι ο δρόμος της άνευ όρων ευτυχίας και αγάπης από όποια μεριά και εάν το δούμε!!            









active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης