English

Είναι ο Θεός υπέρ ή ενάντια στον (υπερ)καταναλωτισμό;


Αφορμή για το παρόν κείμενο αποτέλεσε μια απάντηση μου σ’ ένα άρθρο που επικαιροποιούσε τα λεγόμενα του θεολόγου Ιωάννη Ρωμανίδη σχετικά με τον καταναλωτισμό, που διατυπώθηκαν κάποια χρόνια πριν. Η ουσία και το μήνυμα όλου του άρθρου ήταν ότι βγάλαμε το Θεό και το Χριστό από τις ζωές μας και από τις οικογένειες μας και προσπαθήσαμε να τον αντικαταστήσουμε με τον «ψευτοθεό της κατανάλωσης». Σαν συνέπεια αυτό είχε να βουλιάξουμε ακόμη πιο βαθιά στο «υπαρξιακό» μας κενό, καθώς η κατανάλωση και η υπερκατανάλωση για αγαθά που αληθινά δεν χρειαζόμαστε δεν διόρθωσε κάτι μέσα μας αλλά αντίθετα μας οδήγησε σε μεγαλύτερα αδιέξοδα και ψυχικές παθήσεις όπως η κατάθλιψη. Το μήνυμα και το πνεύμα του κειμένου ήταν ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τον υπερκαταναλωτισμό και να στραφούμε στην ολιγάρκεια, υπονοώντας φυσικά ότι αυτό είναι κάτι «πνευματικό», ότι είναι το «θέλημα του Θεού» για τον άνθρωπο. Παραθέτω ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα από το άρθρο του συγκεκριμένου θεολόγου:

«….Μήπως θα ήταν φρονιμότερο να κοιτάξουμε τις ανάγκες μας όσο γίνεται πιο αυστηρά πλέον; Η στέρηση αγαθών που τα θεωρούσαμε αναγκαία, (ενώ δεν ήταν) θα μας βοηθήσει να είμαστε ολιγαρκείς. Και μην ξεχνάμε ποτέ τις πατερικές αναφορές που μας θυμίζουν, πως οτιδήποτε επιπλέον έχουμε ως αγαθό, στην ουσία το έχει στερηθεί ο φτωχός.

Η υπαρξιακή ανασφάλεια δεν ικανοποιείται με ανούσια και περιττά αγαθά.
Όσο πιο γρήγορα συνέλθουμε τόσο το καλύτερο. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να οχυρωθούμε, στα ακόμη δυσκολότερα που έρχονται….»

Είναι όμως αυτή η αλήθεια του Θεού; Είναι ο Θεός ενάντια στον «καταναλωτισμό;», «είναι αληθινά ο Θεός υπέρ της ολιγάρκειας και της στέρησης των πολλών αγαθών;» όπως υπαινίσσεται το συγκεκριμένο άρθρο; Ή μήπως είναι πάλι μια δική μας «ερμηνεία» που προέρχεται από την υποσυνείδητη κακή και φτωχή εικόνα που έχουμε για το Θεό. Όποιος έχει διαβάσει το προηγούμενο κείμενο από τα ελεύθερα κείμενα του Συστήματος Μορφογένεσις, με τον τίτλο «οι αναπάντητες προσευχές» θα καταλαβαίνει σε τι αναφερόμαστε σχετικά με την ιδέες που έχουμε για το Θεό και πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν αυτές στο τι πιστεύουμε και πως συμπεριφερόμαστε.

Είναι λοιπόν «ο Θεός της στέρησης και της ολιγάρκειας» αληθινός Θεός ή είναι πάλι ένας θεός που κατασκεύασε η «κούτρα» μας (το κατώτερο εγώ μας) για να τον φέρουμε στα μέτρα που επιτάσσει ο εγωιϊστική (ίσως και δογματική) μας εμμονή.

Το πρώτο ερώτημα που θέτουμε είναι το εξής: «Εάν ο Θεός είναι υπέρ της στέρησης και της ολιγάρκειας, ποιός αλήθεια θέλει να έχει σχέση με έναν τέτοιο Θεό;»

Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς μέσα στην  καρδιά μας, η απάντηση είναι κανένας γιατί πολύ απλά νιώθουμε μια φυσική έλξη (μια Θεϊκή έλξη θα λέγαμε) προς την αφθονία και την ευημερία..

Εάν η στέρηση ήταν κάτι δοσμένο από το Θεό θα νιώθαμε φυσική έλξη γι' αυτήν, ενώ αντίθετα εμείς νιώθουμε φυσική έλξη στην αφθονία. Νιώθουμε φυσική έλξη στην υγεία και όχι στην ασθένεια, νιώθουμε φυσική έλξη στη χαρά και όχι στη στεναχώρια. Και νιώθουμε φυσική έλξη σε αυτά και όλα τα καλά γιατί είμαστε δημιουργημένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση με το Θεό και αυτό που είναι η φύση του Θεού (καλοσύνη, χαρά, αφθονία, ευημερία, ελευθερία, προσωπική έκφραση, κτλ) αυτό μας έλκει και ενστικτωδώς. Αντίθετα στα «κακά» πρέπει να προσπαθήσουμε πολύ για να προσαρμοστούμε . Πρέπει να εκπαιδευτούμε ενάντια στη φύση μας για να «αντέχουμε» στην «ολιγάρκεια», στη «φτώχεια», στην «ασθένεια», στην «ανελευθερία», στην «καταπίεση», τον «πόνο», κτλ. Αλήθεια, δεν μας προβληματίζει καθόλου αυτή η διαπίστωση που μπορεί να την κάνει πολύ εύκολα ο καθένας στον εαυτό του;

Εάν θα θέλαμε να προσφέρουμε μια αληθινά εναλλακτική πρόταση για τον (υπερ)καταναλωτισμό, αυτή θα ήταν, "ναι στον καταναλωτισμό αλλά μέσα από το Θεό". Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει να είσαι εν Χριστώ ενωμένος (με την «εγώ ειμί» Παρουσία) με το Θεό και ν' αφήσεις το Θεό να σε οδηγήσει στο είδος της κατανάλωσης που ευφραίνει την ψυχή σου. Να αφήσεις το Θεό να σε εμπνεύσει και να σε καθοδηγήσει για να έχεις αυτά τα πράγματα, αυτά τα αγαθά που θα ανυψώσουν την ψυχή σου, ακόμη και εάν αυτά στα μάτια κάποιων άλλων ανθρώπων είναι υπερβολικά πολλά. Αλλά τίποτα δεν είναι υπερβολικό όταν είναι δοσμένο και χορηγημένο από τον Κύριο και αντίθετα τα πάντα είναι ανίερα όταν προέρχονται από το κατώτερο εγώ μας και τα μικρόνοα σχέδια του.

Ας δούμε ένα παράδειγμα από τη βίβλο που αποκαλύπτει τη φύση του Θεού. Όταν ο Θεός έστειλε τον προφήτη Νάθαν στο βασιλιά Δαϋίδ για να τον ελέγξει για το αμάρτημα που είχε διαπράξει να στείλει το στρατηγό Ουρία στην πρώτη γραμμή για να σκοτωθεί και να του πάρει τη γυναίκα του τη Βηρσαβεέ, ο προφήτης Νάθαν μετέφερε το λόγο του Θεού και είπε στο Δαϋίδ: «…εγώ σε έχρισα βασιλιά του Ισραήλ κι εγώ σε έσωσα από την καταδίωξη του Σαούλ. Σου έδωσα στην κατοχή σου την οικογένεια του κυρίου σου, του Σαούλ, κι έβαλα τις γυναίκες του στην αγκαλιά σου· σου έδωσα απόλυτη εξουσία στο λαό τού Ισραήλ και του Ιούδα. Κι αν όλα αυτά σου φαίνονται λίγα, θα μπορούσα να σου δώσω ακόμα περισσότερα…» (Βασιλείς Β, 12, 7-8)

Βλέπουμε εδώ ξεκάθαρα την «καρδιά» του Θεού και τη διάθεση Του προς τον άνθρωπο. Το πρόβλημα του Θεού δεν είναι το ποσοτικό, αφού για το Θεό τίποτα δεν είναι πολύ ή να κινδυνεύει να εξαντληθεί. Το πρόβλημα Του δεν ήταν γιατί ο Δαϋίδ επιθυμούσε και άλλη γυναίκα δηλαδή ερωτική αφθονία, το πρόβλημα Του ήταν γιατί ο Δαϋίδ δεν στράφηκε στο Θεό να του κοινοποιήσει την ανάγκη του. Ότι ήθελε περισσότερη ερωτική αγάπη. Αντί γι’ αυτό, ο Δαϋίδ έχοντας τη λάθος συνείδηση, δεν στράφηκε στο Θεό αλλά αντίθετα πονηρά, ενήργησε μόνος του κρυφά για να τακτοποιήσει το ζήτημα όπως ο ίδιος νόμιζε και με τη δύναμη και εξουσία που πίστευε ότι είχε πλέον ως βασιλιάς. Έχουμε δηλαδή μια αλαζονική, εγωϊστική έκφραση της κοσμικής δύναμης, ξεχνώντας ο Δαϋίδ ότι αυτήν τη δύναμη, αυτήν την εξουσία του την έδωσε ο Θεός και όχι η «ικανότητα» και «αξιοσύνη» του. 

Αυτό είναι το πρόβλημα που έχουμε όλοι μας. Επειδή έχουμε τη λάθος ιδέα για το Θεό, προσπαθούμε μόνοι μας να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, να δώσουμε στον εαυτό μας αυτά που λαχταράμε. Ενώ εάν στραφούμε σε Αυτόν, στο Θεό, για κάθε μας ανάγκη, τότε τίποτα δεν είναι αμαρτωλό και ανίερο, ακόμη και ένας τόνος από καταναλωτικά αγαθά που δεν τα χρειαζόμαστε και πολύ. Μπορεί και αυτά να εξυπηρετούν ένα άλλο σκοπό. Να γνωρίσουμε μέσα από αυτά την καλοσύνη του Θεού. Ο ίδιος ο Θεός μέσα από το λόγο Του (μέσα από τα λόγια που μετέφερε ο προφήτης Νάθαν) μας λέει ότι εάν κάτι δεν μας είναι αρκετό και δεν μας ικανοποιεί, είναι έτοιμος να μας δώσει ακόμη περισσότερα. Είναι ένας στοργικός γονέας. Ποιοί είμαστε εμείς που θα κρίνουμε εάν το σχέδιο του Θεού για κάποιον άνθρωπο περνάει μέσα από τον υπερβολικό καταναλωτισμό; Και αλήθεια ποιος κρίνει τι είναι πολύ ή λίγο ή υπερβολικό. Ποιος άνθρωπος έχει εξουσία και σοφία να ορίσει τι είναι αρκετό για κάποιον; Ασφαλώς κανένας. Όταν εκφράζονται τέτοιες κρίσεις απλά εκδηλώνουμε το ανασφαλές κατώτερο εγώ μας.  

Ίσως μάλιστα να ισχύει και το αντίθετο, μέσα από τον «συνειδητό καταναλωτισμό» να είναι και η υπέρτατη μύηση στην αγάπη του Θεού. Αλήθεια, όταν κάνουμε δώρα στα παιδιά μας, είναι γιατί τα έχουν αληθινά ανάγκη; Τα έχουν ανάγκη με τη στενή έννοια της επιβίωσης; Ασφαλώς και όχι, απλά μέσα από τα δώρα που τους κάνουμε θέλουμε να μας γνωρίσουν και καταλάβουν ως γονείς που τα αγαπάμε, θέλουμε έμπρακτα να εκδηλώσουμε την αγάπη μας προς αυτά. Έτσι, ίσως όταν γνωρίσουμε τον Κύριο και μέσα από τον καταναλωτισμό, μέσα από τον υλισμό, τότε ίσως δεν θα έχει μείνει κανένα άλλο σκοτάδι να φωτιστεί σε αυτόν τον παροδικό και «μάταιο» υλικό κόσμο που ζούμε!

Εμείς όμως με τη λάθος συνειδητότητα για το Θεό, που κυρίως έχει τις ρίζες της στις οργανωμένες θρησκείες και τα ιερατεία τους, όπου παρουσιάζουν ένα Θεό υπέρμαχο της φτώχειας και της ολιγάρκειας ή ακόμη και των ασθενειών, ατυχημάτων, δυσκολιών και θανάτων για το «καλό» μας, όπως είναι φυσικό και «ανθρώπινο», δεν θέλουμε καμία σχέση, δεν θέλουμε να έχουμε να κάνουμε τίποτα με έναν τέτοιο Θεό της στέρησης. Όπως αναφέραμε και στην αρχή, αλήθεια ποιος άνθρωπος που είναι «στα καλά του» θα επιδίωκε να έχει επαφή μ’ έναν τέτοιο Θεό; Απολύτως κανένας. Πρέπει να επιφέρουμε μεγάλη διαστροφή στην ψυχή μας για να την υποχρεώσουμε να «υπηρετήσει» και «λατρέψει» ένα τέτοιο θεό. Και όμως πολλές φορές υποτασσόμαστε σε αυτό το ψέμα και υποβάλλουμε τον εαυτό μας στο βασανιστήριο να «αγαπήσει» ένα τέτοιο θεό. Και αυτό όμως δεν έρχεται χωρίς κόστος. Για να πετύχουμε αυτό το αφύσικο αποτέλεσμα, πρέπει να καταπιέσουμε το υγιές κομμάτι του εαυτού μας, αυτό που επιθυμεί ελεύθερα, ωραία και άφθονα πράγματα. Αυτή η καταπίεση όμως δημιουργεί μέσα στο υποσυνείδητο μας το φαινόμενο της ψυχολογικής «σκιάς», που στη συνέχεια εκδηλώνεται ανεξέλεγκτα στη ζωή μας, σαν αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και ατυχή συμβάντα. Όσοι έχετε αποκτήσει την εφαρμογή για το χρήμα Ι, του Β επιπέδου του Συστήματος Μορφογένεσις, γνωρίζεται με λεπτομέρειες για το μηχανισμό της ψυχολογικής σκιάς. 

Ακόμη και η εκκλησία (οργανωμένη θρησκεία), που από τους κόλπους της κυρίως προέρχονται αυτές οι απόψεις περί ολιγάρκειας και φτώχειας, που όμως είναι «ηθικές», ζει μια αντίφαση. Βλέπουμε ιερείς να μιλάνε για αυτήν την ολιγάρκεια μέσα από ναούς, μητροπολιτικούς ναούς, που είναι υπερπολυτελείς. Με ωραία και ακριβά χαλιά, με σκαλιστές καρέκλες, με ιερείς με χρυσοκέντητα άμφια, χρυσές μήτρες φοράνε οι μητροπολίτες, ακριβές αγιογραφίες διακοσμούν τους τοίχους των ναών (έστω και εάν είναι δωρεές πιστών). Οι μητροπολίτες κυκλοφορούν με ακριβά αυτοκίνητα, κτλ. Και καλά κάνουν, δεν το επικρίνουμε αλλά τονίζουμε ότι είναι στη φύση του ανθρώπου να αποζητά την ομορφιά και την πολυτέλεια.

Εξάλλου, την επιθυμία για αφθονία και ευημερία, όπως είπαμε, ο Θεός τη βάζει στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν επιθυμούμε την αφθονία, είναι ο Θεός που μας μιλάει μέσα από τις καρδιές μας γιατί ο Θεός είναι η αφθονία. Ας κάνουμε μια παύση και ας σκεφτούμε για ένα λεπτό αυτήν την αλήθεια, αυτήν την ιδέα. Ο Θεός είναι αφθονία πέρα και από τα πιο τρελά μας όνειρα, αρκεί να Τον εμπιστευτούμε, να στραφούμε και ν’ αφεθούμε σ’ Εκείνον. Αυτός είναι που μας ζητάει να επιθυμούμε το ωραίο, την αφθονία, την άνεση, κτλ. Αυτός θέλει να Του ζητάμε αυτά τα πράγματα γιατί Αυτός θέλει να μας τα δώσει απλόχερα.

Όπως έλεγε και ο Χριστός: «Εσείς ζητείτε από τον Θεόν τα πνευματικά και υλικά αγαθά, που σας χρειάζονται και θα σας δοθούν, γυρεύετε και θα βρείτε αυτό το καλό που θέλετε. Χτυπάτε την θύρα της Θείας αγάπης και θα ανοίξει διάπλατα προς χάριν σας. Διότι καθένας, που ζητεί με πίστη από τον Θεόν, λαμβάνει το καλό που ζητεί. Και εκείνος που γυρεύει, βρίσκει και σε καθένα που χτυπά την θύραν του Θεού, θα του ανοιχτεί αυτή. (Πάρετε ένα παράδειγμα, από όσα συμβαίνουν μεταξύ σας). Ποιός άνθρωπος από σας, που θα του ζητήσει το παιδί του ψωμί, θα δώσει σ' αυτό πέτραν; Και εάν του ζητήσει ψάρι, μήπως θα του δώσει φίδι; Εάν λοιπόν εσείς οι άνθρωποι, που είστε ατελείς και διεφθαρμένοι από την αμαρτία, ξέρετε να δίνετε ωφέλιμα πράγματα στα παιδιά σας, πόσο μάλλον ο Ουράνιος και πανάγαθος Πατήρ σας θα δώσει αγαθά, καλά και ωφέλιμα δώρα, σε εκείνους που του τα ζητούν;» (ΚατάΜατθαίον 7,7-11) 

Τι άλλο δηλαδή χρειάζεται να πούμε; Ο ίδιος ο Θεός θέλει και μας το ζητάει. Να απευθυνθούμε σε Αυτόν και να του ζητάμε ότι χρειαζόμαστε, τόσο πνευματικό όσο και υλικό γιατί Αυτός είναι ο Πατέρας μας και ο Χριστός αδερφός μας. Γιατί δεν το κάνουμε; Λόγω άγνοιας και κακής συνείδησης για την αληθινή φύση του Θεού (παρακαλώ επαναλαμβάνουμε διαβάστε το κείμενο για τις αναπάντητες προσευχές για μεγαλύτερη κατανόηση στο συγκεκριμένο θέμα).

Όπως ακριβώς ο βασιλιάς Δαϋίδ, λόγω κακής εγωϊστικής αντίληψης δεν στράφηκε στο Θεό, έτσι και εμείς. Λόγω κακών πεποιθήσεων για το Θεό, που έχουν καλλιεργηθεί από τους κύκλους των οργανωμένων θρησκειών.

Ακόμη και οι μοναχοί που δίνουν όρκους πενίας και ακτημοσύνης, παραβλέπουν το γεγονός ότι το ίδιο το μοναστήρι πολλές φορές έχει πολύ μεγάλη περιουσία και παρέχει «ασφάλεια» στους μοναχούς. Δημιουργεί δηλαδή μια ομπρέλα ασφαλείας για να μπορούν στη συνέχεια οι μοναχοί να παίρνουν με την ησυχία και την άνεση τους όρκους πενίας και ακτημοσύνης. Αλήθεια, δεν θα έπρεπε να πάρουν όρκους πενίας  και ακτημοσύνης και οι μονές (σαν νομικά πρόσωπα), εάν η πενία και η ακτημοσύνη ήταν κάτι «καλό» και του Θεού; Επαναλαμβάνουμε, δεν το λέμε αυτό με επικριτική διάθεση. Καλά κάνουν και είναι εύπορες αφού η αφθονία είναι η αλήθεια του Θεού. Θα πρέπει όμως όλοι να στοχαστούμε πάνω σε αυτές τις «αλήθειες» και όχι να δεχόμαστε απροβλημάτιστοι όλη αυτήν τη ρητορική υπέρ της φτώχειας, ιδιαίτερα από τους κύκλους της εκκλησίας και των οργανωμένων θρησκειών, όταν στην πράξη το παράδειγμα τους είναι διαφορετικό.  

Σε αυτό το σημείο να πούμε ότι όλο το κείμενο αλλά και ειδικότερα η επόμενη αναφορά, απευθύνεται γενικότερα σε «ανοιχτόμυαλους» ανθρώπους και όχι «δογματικούς», με αμετακίνητες εμμονές, που νιώθουν να απειλούνται εάν το οτιδήποτε που αναφέρεται δεν συμφωνεί με την κοσμοαντίληψη τους και φαίνεται να «απειλεί» να ταράξει το ψυχολογικό τους οικοδόμημα και αυτό που φανατικά υποστηρίζουν. Ευτυχώς όμως γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των αναγνωστών του Συστήματος Μορφογένεσις ανήκουν στους ανοιχτόμυαλους και σε αυτούς που δεν φοβόνται να δουν τα πράγματα και από μια άλλη οπτική γωνία.

Θέλουμε να αναφερθούμε στο βιβλίο της Βιρτζίνια Βαλέχο. «αγαπώντας τον Πάμπλο, μισώντας τον Εσκομπάρ». Είναι τα απομνημονεύματα της συγγραφέως από τη ζωή της κοντά στον Εσκομπάρ, το διαβόητο βαρόνο της κοκαϊνης από την Κολομβία. Μάλιστα βασισμένη σε αυτά τα απομνημονεύματα γυρίστηκε και η ταινία «αγαπώντας τον Πάμπλο» με τους πολύ γνωστούς και καλούς ηθοποιούς Χαβιέ Μπαρδέμ και Πενέλοπε Κρουζ. Όσοι έχετε δει την ταινία, σε μια σκηνή, ο Εσκομπάρ βγάζει τα ρούχα από τη βαλίτσα της Βαλέχο, που ετοιμαζόταν για ταξίδι στις ΗΠΑ και τη γεμίζει με δολάρια. Της λέει μάλιστα ότι πρέπει να τα ξοδέψει όλα και να μη φέρει τίποτα πίσω. Να αγοράσει ότι τραβάει η ψυχή της. Αυτή τότε γεμάτη έκπληξη και χαρά τον αποκαλεί «θεϊκέ άντρα». Του λέει ότι αυτό περίμενε να ζήσει σε όλη της τη ζωή.  

Ο τίτλος του βιβλίου είναι χαρακτηριστικός και ενδεικτικός και θα μας βοηθήσει να αναδείξουμε αυτό που θέλουμε από τη συγκεκριμένη αναφορά. Με το αγαπώντας τον Πάμπλο, η Βαλέχο αναφέρεται σε αυτήν τη Θεϊκή αίσθηση (γι’ αυτό και τον αποκάλεσε θεϊκό άντρα) του να έχουμε αυτήν την ατελείωτη αφθονία και τη δυνατότητα να νιώθουμε ότι μπορούμε να έχουμε κάθε επιθυμία μας ικανοποιημένη. Είναι η αποδόμηση του ψέματος της στέρησης. Το όνειρο που μπορεί να έχει κάθε παιδί, να μπει σ’ ένα μαγαζί παιχνιδιών και να του δώσουν την άδεια να πάρει όποιο και όσα παιχνίδια θέλει, χωρίς κανένα φραγμό, χωρίς κανένα περιορισμό. Η Αμερικανίδα πνευματική δασκάλα, Φλόρενς Σκόβελ Σιν (έζησε τον προηγούμενο αιώνα), το τοποθετεί πολύ ωραία σχετικά με το χρήμα. Λέει λοιπόν: «το χρήμα είναι ο Θεός υλοποιημένος σαν ελευθερία από τη στέρηση και τα θέλω…». Νομίζουμε δεν θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει καλύτερα.

Στην ουσία αυτό που θέλουμε όλοι να γιατρέψουμε, είναι η αίσθηση της στέρησης, η πολύ ενοχλητική αίσθηση του «θέλω αλλά δεν μπορώ να έχω» (για τον οποιοδήποτε λόγο, συνήθως οικονομικό). Η αφθονία αυτό είναι που ουσιαστικά κάνει. Μας γιατρεύει την ακόρεστη πείνα μας για υλικά αγαθά. Μια πείνα που έχει δημιουργηθεί από αιώνες απαγορεύσεων και λανθασμένης πίστης στη φτώχεια και τη στέρηση. Έτσι η Βαλέχο με τη φράση στον τίτλο των απομνημονευμάτων, «αγαπώντας τον Πάμπλο, διατύπωσε την αγάπη της για την αφθονία και με τη φράση «μισώντας τον Εσκομπάρ» διατύπωσε την αντίθεση, την απέχθεια και το μίσος της στους τρόπους του Εσκομπάρ, μέσα από τους οποίους αυτός δημιούργησε την «οικονομική άνεση». Τρόπους εγκληματικούς, δολοφονώντας ανθρώπους και καταστρέφοντας χιλιάδες άλλους μέσα από τη χρήση των ναρκωτικών που διακινούσε.

Η Βαλέχο όμως είναι ο καθένας μας, γιατί ο κάθε ένας από εμάς αγαπάει την αφθονία, έχει φυσική ροπή και τάση προς την αφθονία (αφού αυτή είναι η θεϊκή μας φύση), εκτός και εάν την έχει διαστρέψει μέσα απ’ όλη τη λάθος εκπαίδευση και πλύση εγκεφάλου που δεχόμαστε υπέρ της φτώχειας. Η Βαλέχο είναι ο καθένας μας γιατί και αυτή στράφηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία της για αφθονία μέσα από τα σχέδια του μυαλού της δηλαδή του κατώτερου εγώ της. Όπως και στην περίπτωση του βασιλιά Δαϋίδ που αναφέραμε παραπάνω, έτσι και η Βαλέχο δεν στράφηκε στο Θεό να ζητήσει την αφθονία από Εκείνον και να περιμένει το Θεό να την εκδηλώσει στη ζωή της μέσα από αρμονικούς δρόμους, παρά βιαστικά στράφηκε να ικανοποιήσει την πείνα της στην «ευκαιρία» που είδε συνάπτοντας σχέση με τον Εσκομπάρ. Μήπως και εμείς όμως δεν κάνουμε το ίδιο; Πόσοι στρεφόμαστε αληθινά στο Θεό να ζητήσουμε από Εκείνον την αφθονία μας; Ελάχιστοι. Αντίθετα οι περισσότεροι κάνουμε τα «δικά» μας σχέδια και προσπαθούμε μέσα από αυτά να τα καταφέρουμε, λόγω της λάθος ιδέας μας για το Θεό. Βέβαια οι περισσότεροι δεν εγκληματούμε σαν τον Εσκομπάρ αλλά δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι πηγαίνουμε «με το σταυρό στο χέρι», που λέει και το ρητό.

Η αληθινά σωστή στάση είναι να στραφούμε στο Θεό, να επιδιώξουμε τη συνειδητή και διαρκή ένωση και κοινωνία μαζί Του και να του επιτρέψουμε έτσι να εκδηλώσει το υπέροχο σχέδιο αφθονίας-αρμονίας που έχει για τον καθένα μας και όλο το ανθρώπινο γένος. Όσο δεν στρεφόμαστε στο Θεό, ακόμη και εάν τα καταφέρουμε σε κάποιο βαθμό να έχουμε αυτά που θέλουμε, χάνουμε τη μεγάλη ευκαιρία να γνωρίσουμε την καλοσύνη Του και αγάπη Του για εμάς. Δεν Του επιτρέπουμε να μας «διδάξει» τους τρόπους και τις οδούς Του. Δεν επιτρέπουμε στην αφθονία να γίνει το μεγάλο μας σχολείο, η μεγάλη μας μύηση στο να γνωρίσουμε το Θεό. Είναι η συνειδητότητα της φτώχειας και της στέρησης που μας εμποδίζει να γνωρίσουμε αληθινά το Θεό. Όσο είμαστε υλικά στερημένοι και διακατεχόμαστε από τη συνειδητότητα της φτώχειας, τόσο περισσότερο προσκολλημένοι θα είμαστε στην ύλη και στα υλικά-καταναλωτικά αγαθά. Είναι ο φόβος μας (λόγω άγνοιας και λανθασμένης εκπαίδευσης) ότι δεν θα έχουμε αρκετά που μας ωθεί στη λαχτάρα (προσκόλληση) και την πλεονεξία. Ο δρόμος της στροφής προς το πνεύμα, προς το Θεό δεν περνάει μέσα από την υλική στέρηση αλλά μέσα από τη βίωση της υλικής αφθονίας. Μόνο όταν βιώσουμε την υλική αφθονία και καταλάβουμε ότι είναι δοσμένη από το Θεό, θα αποκολληθούμε από την προσκόλληση στην ύλη και θα καταλάβουμε το μεγαλείο του πνεύματος, το μεγαλείο της δόξης του Θεού.

Ακόμη και ο βασιλιάς Σολομών που έγραψε την περίφημη φράση «ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» (εκκλησιαστής, 1, 2), στο έργο του εκκλησιαστής, το έκανε στην ωριμότητα της ζωής του και αφού είχε βιώσει απίστευτη αφθονία σε όλα τα επίπεδα. Κατέληξε στη ματαιότητα της ύλης αφού τη βίωσε βαθιά, όχι γιατί την απαρνήθηκε. Εμείς αντίθετα χρησιμοποιούμε τέτοιες φράσεις-κλισέ για να δικαιολογήσουμε την φτώχεια στη συνειδητότητα μας και όχι γιατί έχουμε καταλήξει αληθινά σε αυτό το συμπέρασμα μέσα από το βίωμα. Και αυτό αφήνει μια μεγάλη τρύπα μέσα μας, μια μεγάλη και κρυφή πείνα για την ύλη, που δυστυχώς μας υποχρεώνει να ενσαρκωνόμαστε ξανά και ξανά στον υλικό κόσμο γιατί οδηγούμαστε υποσυνείδητα από αυτήν την κρυφή επιθυμία και λαχτάρα για την ύλη, που δεν χορτάσαμε, είτε γιατί δεν μας επιτράπηκε είτε γιατί ασπαστήκαμε λάθος πεποιθήσεις.

Ας ανοίξουμε τις καρδιές μας και ας αφήσουμε το Θεό (χωρίς φόβο, χωρίς φανατισμούς και προσκολλήσεις) να χρησιμοποιήσει την αφθονία Του για να μας θεραπεύσει και να μας οδηγήσει στην αγκαλιά Του, μέσα από το θαυμάσιο σχέδιο σωτηρίας που έχει για τον καθένα μας ξεχωριστά, ακόμη και εάν αυτό περνάει μέσα από τον (υπερ)καταναλωτισμό. Αμήν!                 

 









active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης