English

Τι σημαίνει αφήνω στα χέρια του Θεού την υπόθεση μου;


Όλοι έχουμε ακούσει τη συμβουλή και παραίνεση, όταν κάτι μας προβληματίζει και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, όταν έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε ένα φαινομενικά άλυτο πρόβλημα, να στραφούμε στο Θεό και ν’ αφήσουμε τη δύσκολη κατάσταση στα χέρια Του να τη λύσει Αυτός για εμάς.

Δεν έχει σημασία από ποιο χώρο έρχεται αυτή η παραίνεση, πχ τη θρησκεία, εσωτερικούς πνευματικούς κύκλους ή είναι απλά συμβουλή που μας δίνει κάποιος φίλος ή γνωστός. Σημασία έχει ότι ακούγεται και είναι αληθινά πολύ ωραίο να εναποθέσουμε τη δυσκολία μας στα χέρια της Υπέρτατης Δύναμης και εμείς να ξενοιάσουμε, να βγούμε από το αδιέξοδο.

Αφού όμως είναι τόσο καλή και ωραία αυτή η συμβουλή γιατί στην πράξη έχουμε τόση μεγάλη δυσκολία να την εφαρμόσουμε; Γιατί πολλές φορές μοιάζει σχεδόν αδύνατο να μπορέσουμε ν’ αφήσουμε αληθινά κάτι στα χέρια του Θεού;

Τι είναι αυτό που κάνουμε ή δεν κάνουμε σωστά; Και είναι τελικά τόσο απλό και εύκολο να το κάνουμε, όσο ακούγεται στα λόγια και όσο τόσο πρόθυμα μας προτείνεται από αυτούς που μας συμβουλεύουν; Αλήθεια αυτοί που δίνουν αυτήν τη συμβουλή, σε τι βαθμό έχουν καταφέρει να την εφαρμόσουν στη ζωή τους;

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσει ν’ απαντήσει το συγκεκριμένο κείμενο και να φωτίσει τις διάφορες πλευρές του όλου ζητήματος.

Ας δούμε πως αντιλαμβάνεται και πως εφαρμόζει στην πράξη ο συνηθισμένος άνθρωπος αυτήν τη συμβουλή. Συνήθως θα κάνει μια προσευχή και θα παρακαλέσει το Θεό ή όποια άλλη ανώτερη δύναμη πνευματική δύναμη εμπιστεύεται να τον βοηθήσει. Στη συνέχεια θα περιμένει να δει τη βοήθεια αυτή να έρχεται με κάποιο τρόπο στην υπόθεση του.

Όμως όπως έχουμε αναφέρει και σε άλλα κείμενα (μπορείτε να διαβάσετε τα κείμενα για τις τρεις θεμελιώδεις Συμπαντικές αλήθειες, το κείμενο για τον 91ο ψαλμό, το κείμενο για τις αναπάντητες προσευχές, κτλ) σημασία δεν έχουν τα λόγια μας αλλά η εσωτερική μας κατάσταση. Για την ακρίβεια η δονητική μας κατάσταση. Σε ποιά δονητική συχνότητα παλλόμαστε ενεργειακά (δονούμαστε) τον περισσότερο χρόνο της ζωής μας. Δηλαδή το «αφήνω την υπόθεση μου στα χέρια του Θεού» δεν αρκεί μόνο το πούμε στα λόγια στην προσευχή. Πρέπει να το εφαρμόσουμε πρακτικά στην καθημερινότητα μας. Και εδώ είναι η μεγάλη δυσκολία των περισσότερων ανθρώπων. Αυτό είναι το σημείο που δεν καταλαβαίνουν. Δεν καταλαβαίνουν πως λειτουργεί ο Θεός και πως απαντάει τις προσευχές και τις εκκλήσεις μας (μπορείτε διαβάστε το αντίστοιχο κείμενο με τον τίτλο «πως απαντάει ο Θεός τις προσευχές μας»). Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι μπορεί να δηλώνουν φραστικά κατά τη διάρκεια της προσευχής τους ότι εμπιστεύονται το Θεό και ότι αφήνουν την υπόθεση στα χέρια Του αλλά αυτό δε σημαίνει ότι το κάνουν κιόλας. Μάλιστα δεν καταλαβαίνουν ότι δεν εμπιστεύονται το Θεό τον περισσότερο χρόνο, θεωρούν τον εαυτό τους πιστό, επειδή απλά είναι ίσως θρησκευόμενοι. Στην πράξη όμως, είναι τόσο πολύ ταυτισμένοι με τον κοινό κατώτερο τους νου, που τους φαίνεται ως φυσιολογική η κατάσταση της ανησυχίας και στεναχώριας και ότι αυτό δεν επηρεάζει τη σχέση τους με το Θεό. Είναι σαν τους γονείς που νομίζουν ότι όσο περισσότερο αγωνιούν και στεναχωριούνται για τα παιδιά τους, τόσο αυτό σημαίνει ότι είναι καλύτεροι γονείς και αποδεικνύουν ότι τ' αγαπάνε. Έχουν λανθασμένα ταυτίσει την ανησυχία με την αγάπη και το ενδιαφέρον για τα παιδιά τους. Το ίδιο κάνουν και οι περισσότεροι άνθρωποι σε όλα τα ζητήματα της ζωής τους, Θεωρούν ότι όσο πιο πολύ στεναχωριούνται και ανησυχούν, τόσο πιο υπεύθυνα φέρονται στον εαυτό τους, ενώ στην πραγματικότητα, από την πνευματική άποψη, είναι ότι πιο ανεύθυνο μπορούν να κάνουν. Γιατί ρίχνουν τη δόνηση τους και γίνονται συνεχώς περισσότερο «ελκτικοί» σε αυτά ακριβώς που δε θέλουν! Και στην ουσία παρά τα λόγια που λένε στην προσευχή κάθε άλλο παρά αφήνουν την υπόθεση τους στα χέρια του Θεού.

Να σημειώσουμε εδώ ότι η συνήθεια μας να στεναχωριόμαστε για κάτι έχει τη βάση της στη μη ανεπτυγμένη φύση μας και συγκεκριμένα στο μη ανεπτυγμένο νευρικό μας σύστημα που δεν ακολούθησε τη διάνοια στον ίδιο βαθμό ανάπτυξης. Με τη στεναχώρια ουσιαστικά προσπαθούμε να φοβίσουμε τον εαυτό μας έτσι ώστε αυτός να κινητοποιηθεί και να δράσει και είτε να λύσει το πρόβλημα είτε να το αποφύγει. Είναι η στρατηγική που βασίζεται στο ένστικτο επιβίωσης της «φυγής ή μάχης». Μόνο που αυτή η στρατηγική ήταν καλή ή συνεχίζει να είναι καλή, μόνο όταν έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε έναν άμεσο φυσικό κίνδυνο. Πχ παλαιότερα που άνθρωπος ήταν εκτεθειμένος κατά πολύ περισσότερο στη φύση, έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός όταν ερχόταν σε επαφή με άγρια ζώα ή αντίπαλες εχθρικές ομάδες ανθρώπων. Ο φόβος τότε τον υπηρετούσε καλά. Δεν συμβαίνει όμως τώρα το ίδιο που έχει αλλάξει η ζωή μας κατά πολύ και τα προβλήματα μας δεν έχουν να κάνουν με την άγρια φύση και τα άγρια ζώα. Τώρα τα προβλήματα μας είναι κοινωνικά και κυρίως σχέσεων με άλλους ανθρώπους (ακόμη και τα επαγγελματικά είναι σε αυτήν την κατηγορία με την έννοια των σχέσεων με άλλους ανθρώπους). Το να φοβίσουμε τον εαυτό μας για να λειτουργήσει με το ένστικτο της φυγής ή της μάχης δεν μας βοηθάει καθόλου, το αντίθετο περιπλέκει ακόμη πιο πολύ την κατάσταση. Και επίσης ενεργειακά, σε επίπεδο δόνησης μας προσφέρει τη χειρότερη υπηρεσία. Οπότε η ανησυχία και αγωνία είναι πλέον ότι χειρότερο για την επίλυση των υποθέσεων μας.

Όπως εξηγήσαμε και σε άλλα κείμενα, η αληθινή μας πρόθεση προς το Σύμπαν τίθεται σε ισχύ ενεργειακά (συναισθηματικά) και όχι μόνο με τα λόγια, καθώς το Σύμπαν είναι ενεργειακό. Εάν τα λόγια μας συνοδεύονται και από μια εσωτερική ανακούφιση (ειρήνη) τότε είναι δείγμα ότι έχουμε αφήσει την υπόθεση στα χέρια του Θεού. Και εάν συνεχίσουμε να διατηρούμε αυτήν την εσωτερική συναισθηματική κατάσταση, τότε ανοίγουμε το δρόμο στο Θεό να λειτουργήσει μέσα από εμάς για εμάς και να μας βγάλει από το αδιέξοδο. Εμείς όμως συνήθως μετά την προσευχή αρχίζουμε πάλι και ανησυχούμε, αρχίζουμε πάλι και αναλύουμε μέσα στο μυαλό μας τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί και φυσικά αναδύονται από μέσα μας και τ’ ανάλογα συναισθήματα (φόβος, θυμός, απογοήτευση, μνησικακία, κτλ). Με αυτήν τη στάση όμως είναι σαν να βάζουμε μια καινούργια ενεργειακή πρόθεση προς το Σύμπαν (απρόσωπη όψη του Θεού) ακριβώς αντίθετη με αυτήν της προσευχής. Είναι σαν να ξαναπαίρνουμε το τιμόνι από τα χέρια του Θεού και σαν να Του λέμε, «άσε εγώ ξέρω καλύτερα, δεν πιστεύω ότι θα κάνεις κάτι για την περίπτωση μου» (επιτρέψτε μας τη χρήση αυτών των ανθρωπομορφικών περιγραφών, για παραστατικούς λόγους).

Και φυσικά λόγω της Θεϊκής Νομοτέλειας της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου που είναι απόλυτα σεβαστή από το Θεό, ουσιαστικά ο Θεός δεν μπορεί να κάνει και πολλά ενάντια στην ελεύθερη μας βούληση και τις επιλογές μας. Γι’ αυτό υπάρχουν και τόσα πολλά παράπονα από τους ανθρώπους για το Θεό. Γιατί όλοι μας έχουμε κάνει κάποια προσευχή απευθυνόμενοι στο Θεό και τελικά δεν είδαμε κάποιο αποτέλεσμα. Μόνο που δεν καταλάβαμε ότι αμέσως μετά την προσευχή ξαναπήραμε το τιμόνι στα χέρια μας, ξαναπήραμε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Βάλαμε έστω και ασυνείδητα μια καινούργια πρόθεση αντίθετη, που ουσιαστικά ακυρώνει ή εμποδίζει σημαντικά την δήλωση πρόθεσης που κάναμε στην προσευχή. Βάλαμε στην πράξη πάλι τον εαυτό μας (ως κατώτερο εγώ) στη θέση του οδηγού και το Θεό σε αυτήν του συνοδηγού, εάν δεν Τον έχουμε κατεβάσει κιόλας από το όχημα τελείως!!

Οι περισσότεροι άνθρωποι προστρέχουμε στο Θεό στην έσχατη ανάγκη, σαν έσχατη λύση. Μόνο αφού έχουμε ξεμείνει από όλες τις λύσεις και τους τρόπους που ξέρουμε, μόνο τότε εγκαταλείπουμε τη μάχη και τον αγώνα και αφήνουμε το Θεό ν’ αναλάβει. Και πάλι δεν πειράζει, ο Θεός αυτό θέλει, να Του δώσουμε την άδεια και να παραμερίσουμε στη συνέχεια. Δυστυχώς, όμως ακόμη και αυτό δεν το κάνουμε με απόλυτη συνέπεια. Μόλις σταθούμε λίγο στα πόδια μας από τη σίγουρη επέμβαση του Θεού (αφού έχουμε παραμερίσει) αρχίζουμε πάλι σιγά σιγά και παίρνουμε την πρωτοβουλία. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν γίνεται την ίδια στιγμή να έχουμε εμείς (σαν κατώτερα εγώ) το τιμόνι και να είναι ενεργοποιημένος και ο αυτόματος πιλότος (Θεός).

Όπως είπαμε και πιο πάνω, σε μια απελπιστικά δύσκολη κατάσταση είναι δυνατόν από το σοκ της δυσκολίας να παραδώσουμε τα ηνία στο Θεό. Δεν είναι όμως σίγουρο ότι ακόμη και τότε θα το κάνουμε. Αρκετοί άνθρωποι κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Απελπισμένοι από το φαινομενικό αδιέξοδο (για το Θεό φυσικά δεν υπάρχει ποτέ αδιέξοδο), πνίγονται από το βάρος των αρνητικών συναισθημάτων της κατάστασης και οδηγούνται σε απονενοημένες πράξεις (πχ αυτοκτονία).

Θα πρέπει να γνωρίζουμε και πολύ περισσότερο να κατανοήσουμε ότι το να στρεφόμαστε στο Θεό δεν έρχεται από μόνο του. Δεν είναι κάτι που θ’ αναπτύξουμε έτσι κι’ αλλιώς ότι και να γίνει. Λόγω του νόμου της ελεύθερης βούλησης πρέπει συνειδητά να κάνουμε χρήση της ελεύθερης μας βούλησης και να στραφούμε στο Θεό. Και αυτό δεν έρχεται έτσι από μόνο του, θέλει εκπαίδευση και επιμονή.

Πολλοί που διαβάζουν για το νόμο της έλξης, για τη μεταφυσική δυνατότητα του ανθρώπου να δημιουργεί τη δική του πραγματικότητα, ακόμη και αυτό που αναφέρουμε εδώ το να στρεφόμαστε στο Θεό και να Του αφήνουμε κάθε δυσκολία μας, τους ενθουσιάζει. Τους ακούγεται πολύ ωραίο (και είναι) και πολύ απλό μάλιστα. Τι πιο εύκολο (στη θεωρία τουλάχιστον) να λες στο Σύμπαν τι θέλεις και να το έχεις ή να ζητάς από το Θεό να σε ξεμπλέκει από κάθε δυσκολία. Στην πράξη όμως αποδεικνύεται ότι δεν είναι τόσο απλό (καθόλου για την ακρίβεια) να το εφαρμόσουμε με συνέπεια. Και ο λόγος είναι η αντίσταση και αντίθεση από το κατώτερο εγώ μας. Όσοι ενθουσιάζονται από αυτές τις ιδέες είναι γιατί δεν έχουν δοκιμάσει στην πράξη να το κάνουν. Είναι σαν τους νεαρούς και άπειρους στρατιώτες που ενθουσιάζονται με την ιδέα του πολέμου καθώς φαντασιώνονται ότι θα γίνουν ήρωες γιατί πολύ απλά δεν έχουν δοκιμάσει τη γεύση του αληθινού πολέμου.

Έτσι το να στρεφόμαστε στο Θεό και να Του αφήνουμε τα προβλήματα μας δεν είναι κάτι απλό, όχι γιατί είναι απρόσιτος ο Θεός αλλά γιατί θα συναντήσουμε τη σφοδρή αντίσταση (πόλεμο) από το κατώτερο εγώ μας.

Η καλύτερη συμβουλή μας και μάλλον ο πιο ασφαλής και σίγουρος τρόπος για να αφήνουμε στα χέρια του Θεού τη δυσκολία μας είναι να εκπαιδευτούμε και να «προπονηθούμε» (μπούμε στη συνήθεια) στο ν’ αφήνουμε την κάθε υπόθεση μας στο Θεό. Ας ξεκινήσουμε από τα μικρά πράγματα, όπου δεν θα έχουμε το βάρος των αρνητικών και έντονων συναισθημάτων μιας πολύ δύσκολης κατάστασης. Κανένα θέμα και καμιά υπόθεση δεν είναι πολύ μικρή ή ασήμαντη για να μην την αφήσουμε στα χέρια του Θεού. Εάν μπούμε σε αυτήν την συνήθεια εκπαιδευόμαστε σ’ έναν τρόπο ζωής όπου δίνουμε συνεχώς τον πρώτο λόγο στο Θεό και όχι στο κατώτερο εγώ μας. Μαθαίνουμε στην πράξη πως είναι να κάνουμε στην άκρη και ν’ αφήνουμε το Θεό να ενεργήσει μέσα από εμάς. Ας μην περιμένουμε να έρθει η πολύ δύσκολη κατάσταση για να στραφούμε στο Θεό. Όχι ότι και τότε δεν είναι διαθέσιμος ο Θεός, πάντοτε είναι, απλά εμείς δεν θα μπορούμε να στραφούμε τότε γιατί δεν θα έχουμε αναπτύξει αυτήν τη συνήθεια και ικανότητα. Στη μεγάλη δυσκολία συνήθως χρειαζόμαστε ένα θαύμα και πως αλήθεια θα πιστέψουμε ότι θα λάβουμε ένα θαύμα από το Θεό όταν δεν έχουμε μάθει να Τον εμπιστευόμαστε σε πολύ πιο απλά πράγματα. Ενώ όταν κάνουμε τρόπο ζωής το να εμπιστευόμαστε το Θεό και να Του αφήνουμε σχεδόν κάθε μας υπόθεση, τότε θα είμαστε σε μια κατάσταση βίωσης της ζωής που ποτέ δεν θα χρειαστούμε ένα θαύμα γιατί πολύ απλά ζούμε το μονοπάτι της συνεχόμενης Θεϊκής ευλογίας!

Μπορεί το θαύμα ν’ ακούγεται και να είναι στα μάτια του ανεκπαίδευτου πιο εντυπωσιακό αλλά πιστέψτε μας κανένας λογικός δεν θα πρέπει να θέλει να βρίσκεται στην ανάγκη να γίνει ένα θαύμα για να σωθεί, όταν μπορεί να έχει συνεχόμενη πρόσβαση στις ευλογίες του Θεού. Κανένας λογικός δεν θέλει να καεί πρώτα για να τον αλείψουν μετά μέλι. Δεν έχει νόημα.

Ο κανόνας για να ξέρουμε εάν αληθινά αφήνουμε τα πράγματα στο Θεό ή όχι είναι το συναίσθημα εσωτερικά. Νιώθουμε ανακούφιση, γαλήνη και εσωτερική ειρήνη, χαρά, κτλ, στην ιδέα ότι τώρα φροντίζει τις υποθέσεις μας ο Θεός; Τότε όντως έχουμε κάνει στην άκρη και αφήσαμε το Θεό ν’ αναλάβει. Αντίθετα νιώθουμε αγωνία, ανησυχία για το τι θα γίνει με τις υποθέσεις που μας προβληματίζουν; Τότε έχουμε πάρει πάλι το τιμόνι στα χέρια μας, όσο και εάν ο κατώτερος εαυτός μας θεωρεί ότι είναι δικαιολογημένο και χρειάζεται να το κάνουμε.

Μας φαίνεται σχεδόν απίθανο (ακόμη και σαν ιδέα), ότι μπορούμε να ζούμε μια ζωή τελείως ελεύθερη από προβλήματα. Αυτό είναι δυνατό μόνο όταν αφήσουμε τα πάντα στο Θεό και επιτρέψουμε στην ανώτερη καθοδήγηση Του να μας καθοδηγήσει στους πιο ασφαλείς και απολαυστικούς δρόμους. Όπως τα μικρά παιδιά που έχουν αφήσει τα πάντα στη φροντίδα των γονιών τους και αυτά με το μόνο που ασχολούνται είναι να παίζουν χαρούμενα και ανέμελα, το ίδιο μπορεί να συμβεί και σ’ εμάς. Να γίνουμε μεγάλα (ενήλικα) παιδιά του Θεού, όπως αληθινά είμαστε στην πνευματική μας φύση και ανέμελα να ζήσουμε τις ζωές μας, όλο σιγουριά και εμπιστοσύνη ότι τα πάντα τα φροντίζει ο/η μεγάλος/η Πατέρας/Μητέρα μας. Δεν είναι αυτό υπέροχο, ποιός δεν θα το ήθελε; Ας το δοκιμάσουμε στην πράξη και ας βγάλει ο καθένας για τον εαυτό του τα συμπεράσματα του για το τι ισχύει και τι όχι. Όχι γιατί το διάβασε κάπου, όχι γιατί του το είπε κάποιος δάσκαλος, όχι γιατί σας το προτείνουμε εμείς εδώ αλλά γιατί το γνωρίσατε εσείς οι ίδιοι βιωματικά.

Αυτή είναι η πρόσκληση και η πρόκληση που καλούμαστε να υλοποιήσουμε καθώς και το συμπέρασμα αυτού του κειμένου. Ας γίνει ο καθένας μας ο ομολογητής της Ύπαρξης του Θεού, ας διαπιστώσει ο ίδιος τι ισχύει και τι όχι εν τοις πράγμασι!

Το ξέρουμε ότι για πολλούς είναι δύσκολο να  εφαρμόσουν κάτι τέτοιο, ακόμη και όταν ειλικρινά θέλουν να προσεγγίσουν ένα τέτοιο τρόπο βίωσης της πραγματικότητας τους. Η δύναμη της αντίστασης του κατώτερου εγώ, αποδεικνύεται πολλές φορές ακαταμάχητη. Το κατώτερο εγώ πιστεύει ότι πρέπει ν' ασχοληθεί απευθείας με την επίλυση του προβλήματος του, μέσα από την απευθείας δράση του, τις περισσότερες φορές μάλιστα.με ανταγωνιστική-πολεμική διάθεση απέναντι στο πρόνλημα και κατ' επέκταση απέναντι στην πραγματικότητα που έχει εμφανίσει το πρόβλημα. Δεν καταλαβαίνει και δεν γνωρίζει το κατώτερο εγώ μας ότι με αυτήν του τη στάση, με τη συνεχή ενασχόληση του με το πρόβλημα και την πολεμική απέναντι του, συνειδησιακά το ενισχύει και το αναδημιουργεί συνεχώς γιατί το ταϊζει με ενέργεια. Δεν μπορεί να καταλάβει το πνευματικό παράδοξο ότι εάν αποσύρει την εστίαση του από την ανάλυση του προβλήματος και την αγωνιώδη προσπάθεια να βρει λύση, το πρόβλημα διαλύεται σχεδόν από μόνο του ή προκύπτει μια απρόβλεπτη, σχεδόν «μαγική» λύση, που το κατώτερο εγώ ποτέ δεν θα μπορούσε να σκεφτεί ή να ενορχηστρώσει.

Εδώ να σας δώσουμε ένα μεγάλο μυστικό που μπορεί να κάνει πιο εύκολη αυτήν την προσέγγιση. Το κατώτερο εγώ μας όλα τα έχει συνδέσει με την απόδειξη στο εξωτερικό επίπεδο. Μόνο εάν δει κάτι ότι έχει συμβεί σε εξωτερικό επίπεδο, μόνο όταν το δει με τα φυσικά του μάτια το πιστεύει. Και από μια άποψη είναι σωστό αυτό γιατί η δυσκολία έχει προκύψει στο φυσικό εξωτερικό επίπεδο και εκεί είναι που ζητάμε τη λύση. Το πρόβλημα όμως με αυτήν την προσέγγιση είναι ότι όσο δε βλέπουμε σύντομα την εξωτερική λύση υλοποιημένη απογοητευόμαστε και γυρνάμε στις παλιές συναισθηματικές μας συνήθειες και αντιδράσεις. Δηλαδή βγάζουμε πάλι το Θεό από τη θέση του οδηγού και ξαναπαίρνουμε εμείς το τιμόνι χωρίς μάλιστα να έχουμε και κάποια συγκεκριμένη λύση στο χέρι. Το μεγάλο μυστικό λοιπόν στο να επιτρέπουμε στο Θεό να λειτουργεί στη ζωή μας είναι να επιδιώκουμε μόνο την εσωτερική συναισθηματική ανακούφιση, αποφεύγοντας να κοιτάξουμε (ψάξουμε) για το τελικό αποτέλεσμα στο εξωτερικό πεδίο για τους λόγους που μόλις αναφέραμε, επειδή εάν δεν δούμε το στόχο υλοποιημένο στο χρονικό διάστημα που εμείς θα θέλαμε ή με τον τρόπο που εμείς νομίζουμε ότι πρέπει να γίνει, απογοητευόμαστε. Έτσι αντί να στοχεύουμε απευθείας στην εξωτερική υλοποίηση, στοχεύουμε στην εσωτερική (συναισθηματική) ανακούφιση, γαλήνευση, χαρά, γενικά την καλή εσωτερική συναισθηματική κατάσταση. Εάν συμβεί αυτό, πρακτικά έχουμε κάνει στην άκρη και αφήνουμε το Θεό να εργαστεί μέσα από εμάς χωρίς ν’ αντιστεκόμαστε. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι εφόσον είμαστε σε αυτήν την εσωτερική στάση της ειρήνης, της χαράς και της αγάπης, είναι θέμα χρόνου να εμφανιστεί και η λύση στο εξωτερικό επίπεδο. Δεν ανησυχούμε όμως γιατί τώρα ξέρουμε, ότι ο αληθινός μας στόχος είναι η εσωτερική κατάσταση (δόνηση) καθώς από αυτήν προκύπτουν και τα εξωτερικά φαινόμενα και όχι το αντίθετο όπως λανθασμένα πιστεύει το κατώτερο εγώ μας. Αυτή η αλλαγή στην εστίαση και στόχευση μας διώχνει το άγχος και την αγωνία και επιταχύνει αφάνταστα τις υλοποιήσεις μας, οι οποίες καθυστερούν μόνο επειδή αντιστεκόμαστε υποσυνείδητα εστιαζόμενοι στην έλλειψη και το πρόβλημα. Όταν όμως εστιαζόμαστε εσωτερικά και στοχεύουμε στο καλό συναίσθημα και όχι απευθείας στην εξωτερική υλοποίηση, τότε έχουμε διπλό κέρδος. Και απολαμβάνουμε την ευχάριστη εσωτερική συναισθηματική κατάσταση αλλά και εξασφαλίζουμε ότι οι εξωτερικές μας υλοποιήσεις θα συμβούν με τον πιο σύντομο και κατάλληλο τρόπο (λόγω της ανυψωμένης δόνησης μας). Τι καλύτερο δηλαδή από αυτό. Εξάλλου γιατί θέλουμε την υλοποίηση ενός στόχου ή την επίλυση ενός προβλήματος στη ζωή μας; Μα φυσικά για να είμαστε ευτυχισμένοι, για να νιώθουμε συναισθηματικά καλά. Ε, αυτό μπορούμε να το έχουμε κατευθείαν, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουμε κάτι να συμβεί πρώτα στην εξωτερική μας πραγματικότητα.

Αυτή η στάση επίσης, ουσιαστικά μας απαλλάσσει από την εξάρτηση, την αγωνία και την ανησυχία για το τι θα κάνουν οι άλλοι άνθρωποι και πως θα εξελιχθούν συγκεκριμένα εξωτερικά γεγονότα που πιστεύουμε ότι είναι σημαντικά για τις υποθέσεις μας, αφού πλέον πρωτεύων στόχος μας είναι η εσωτερική συναισθηματική γαλήνη και χαρά και αυτό είναι απόλυτα κάτω από τον προσωπικό μας έλεγχο. Όσο και να σας φανεί παράξενο, το μεγάλο εμπόδιο στις υλοποιήσεις μας είναι το γεγονός ότι το κατώτερο εγώ μας ζει μόνο για το τελικό αποτέλεσμα. Έχει προγραμματιστεί να πιστεύει ότι η ευτυχία του εξαρτάται από το τελικό αποτέλεσμα και έτσι υποσυνείδητα την «αναβάλλει» μέχρι να έχει στο «χέρι» το επιθυμητό τελικό αποτέλεσμα. Αυτή πιστεύει ότι είναι η σωστή και υπεύθυνη στάση που πρέπει να έχει κάθε «λογικός άνθρωπος». Θεωρεί ανοησία και απορρίπτει ως κάτι «χαζοχαρούμενο» το να είναι κάποιος ευτυχισμένος χωρίς πρώτα να έχει επιτύχει αυτά που έχει θέσει σαν στόχους ή εάν δεν έχει λύσει πρώτα τα προβλήματα που τον βασανίζουν. Αλλά το μεγάλο πρόβλημα είναι τι κάνει κάποιος στο διάστημα μέχρι την τελική υλοποίηση, μέχρι το τελικό αποτέλεσμα να συμβεί και εμφανιστεί στην εξωτερική πραγματικότητα (εάν φυσικά εμφανιστεί). Συνήθως οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως είπαμε γεμίζουν άγχος και αγωνία για το τι θα συμβεί τελικά, εάν θα καταφέρουν να έχουν το τελικό αποτέλεσμα που επιθυμούν. Αυτό όμως καταστρέφει τη δόνηση τους, τη ρίχνει δραματικά, με αποτέλεσμα να μην «έλκουν» αυτό που θέλουν αλλά αντίθετα αυτό που δε θέλουν και έτσι μπλέκουν σ’ ένα φαύλο κύκλο καθώς δεν έρχεται αυτό που επιθυμούν. Και αυτό τους στεναχωρεί και απογοητεύει ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να εκπέμπουν σε ακόμη χαμηλότερη δόνηση, κ.ο.κ. Ενώ εάν αποσυνδέσουμε τη συναισθηματική μας κατάσταση από το τελικό αποτέλεσμα, λύνουμε το γόρδιο δεσμό των υλοποιήσεων. Και όσο και να φαίνεται παράδοξο και ακατανόητο (φυσικά μόνο στα μάτια του ανεκπαίδευτου) αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να έχουμε γρήγορα και με ασφάλεια ότι τραβάει η ψυχή μας, χωρίς ταυτόχρονα να μας νοιάζει και να σκοτιζόμαστε με το πώς, το πότε και το γιατί των υλοποιήσεων. Γινόμαστε για πρώτη φορά στη ζωή μας αληθινά ελεύθεροι καθώς η ελευθερία είναι μια εσωτερική υπόθεση.

Σε αυτήν την προτροπή το σύνηθες αντεπιχείρημα πολλών ανθρώπων είναι το εξής:  «εάν δεν φροντίσω εγώ για τα προβλήματα μου κανένας δεν θα το κάνει, ούτε θα λυθούν μόνα τους». Παρότι είναι κατανοητή αυτή τους η άποψη, δείχνει πόσο λίγο έχουν καταλάβει την ουσία του μηνύματος που μεταφέρουμε με αυτό το κείμενο ή γενικότερα με αυτήν τη διδασκαλία και πόσο βαθιά είναι ταυτισμένοι μόνο με το κατώτερο εγώ τους.

Ο λόγος όμως που τα πράγματα αργούν στην εξωτερική μας πραγματικότητα ή τα προβλήματα δεν επιλύονται, είναι το κατώτερο εγώ μας (αυτό το κομμάτι της ύπαρξης μας που ασυνείδητα υπερασπιζόμαστε) και η αντίσταση του σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Αυτή η συναισθηματική αντίσταση δημιουργεί «χρόνο», γραμμικό χρόνο, κρατάει ουσιαστικά συνεχώς σε απόσταση αυτό που θέλουμε και έτσι πολλές φορές μοιάζει να παίρνει «αιώνες» μέχρι να συμβεί αυτό που θέλουμε, είτε αυτό είναι η λύση κάποιου προβλήματος ή η επίτευξη κάποιου άλλου στόχου.

Αντίθετα ο ανώτερος Θεϊκός μας εαυτός, που είναι αγάπη, εξαλείφει το χρόνο και την απόσταση με αυτό που είναι η επιθυμία της καρδιάς μας. Όταν είμαστε ταυτισμένοι με τον ανώτερο (Θεϊκό) εαυτό μας, στην ουσία είμαστε ένα με την αγάπη και ένα με κάθε τι που επιθυμούμε. Δεν υπάρχει απόσταση και χρόνος αναμονής καθώς όλα εσωτερικά συμβαίνουν στο αιώνιο τώρα. Αυτός είναι στην πράξη και ο μόνος τρόπος για να εφαρμόσουμε την προτροπή αυτού του κειμένου ν’ αφήσουμε τις υποθέσεις μας στο Θεό. Μόνο μέσα από την ανυψωμένη εσωτερική συναισθηματική κατάσταση της αγάπης (χαράς, ειρήνης, ενθουσιασμού, κτλ) μπορούμε αυτό να το επιτύχουμε. Η αγάπη είναι η εκπλήρωση του νόμου του Θεού και όχι κάτι υπερφυσικό. Είναι ο Θεός εν δράσει στις υποθέσεις μας.

Το κατώτερο εγώ με την αντίσταση του και τη χωριστικότητα που επιβάλλει ουσιαστικά αγνοεί και παραβιάζει την νομοτέλεια της αγάπης γι’ αυτό και μοιάζει να παίρνει τόσο πολύ καιρό για να συμβεί κάτι που θέλουμε (ίσως και ποτέ). Γιατί η απόρριψη της αγάπης από το κατώτερο εγώ μας απλά διαιωνίζει την απόσταση και το γραμμικό χρόνο που μας χωρίζει με αυτά που θέλουμε. Η αγάπη μας ενώνει με αυτά που θέλουμε, το κατώτερο εγώ μας χωρίζει.

Εμείς αλήθεια που θέλουμε να είμαστε; Στην αγκαλιά του Θεού (αγάπη, ανώτερος εαυτός) ή στο μαρτύριο και βάσανο της χωριστικότητας του κατώτερου εαυτού μας; Νομίζουμε η απάντηση είναι προφανής για όλους τους σώφρονες και πνευματικούς ανθρώπους!!              









active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης