English

Γιατί στους καλούς ανθρώπους συμβαίνουν κακά πράγματα;


Πιθανότατα έχετε ακούσει αυτήν την απορία, εάν δεν την έχετε ήδη εκφράσει εσείς οι ίδιοι. «Γιατί στους καλούς και πονόψυχους ανθρώπους φαίνεται η ζωή να τους δίνει άσχημα πράγματα και γεγονότα, ενώ αντίθετα σε αυτούς που είναι φιλοτομαριστές (στους κακούς ας πούμε), η ζωή μοιάζει να έρχεται πολύ πιο βολικά και να απολαμβάνουν τα καλύτερα από τη ζωή;».

Αυτή είναι μια απορία που δεν μπορεί να αποδεχτεί εύκολα ο νους των καλών ανθρώπων, ιδιαίτερα αυτών που είναι ευαίσθητοι, συμπονετικοί και βοηθάνε τον συνάνθρωπο, αυτοί που πιστεύουν σ’ ένα Θεό δικαιοσύνης αλλά δεν βλέπουν δικαιοσύνη για τον εαυτό τους και τους άλλους που υποφέρουν και ζουν παρόμοιες ζωές. Αντίθετα γεμίζουν με πικρία και αγανάκτηση, ίσως και κρυφή μνησικακία όταν βλέπουν οι «άδικοι», οι «άκαρδοι»,  οι «εγωϊστές» και γενικά αυτούς που αποκαλούμε «κακούς» ανθρώπους να τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα και να έχουν πολύ περισσότερα από αυτά που αυτοί θέλουν και έχουν στη ζωή τους.

Και σαν να μην έφτανε αυτό. οι καλοί άνθρωποι μάλιστα είναι σύνηθες να «χτυπιούνται» στη ζωή από ασθένειες, ατυχίες, τραγωδίες, φτώχεια, κτλ. Και μέσα τους απορούν (και ίσως και να θυμώνουν) με το Θεό, που ενώ αυτοί είναι καλοί άνθρωποι και δεν βλάπτουν κανένα, αντίθετα κάνουν το θέλημα του Θεού, βοηθούν το συνάνθρωπο και όποιον έχει ανάγκη, Και ο Θεός αντί να τους επικροτήσει για αυτήν τους τη στάση και με κάποιο τρόπο να τους ανταμείψει στη ζωή ευνοώντας τους, Αυτός μοιάζει να μην κάνει σχεδόν τίποτα για να τους βοηθήσει ή να τους προστατέψει από τα διάφορα δεινά που τους βρίσκουν. Δηλαδή σαν να τους αφήνει ακόμη χειρότερα στη δύστυχη μοίρα τους.

Οι καλοί άνθρωποι μη μπορώντας να εξηγήσουν όλη αυτή τη δυσμενή συνθήκη (αδικία) γι’ αυτούς, για να μπορέσουν να την αντέξουν, στη συνέχεια χωρίς να το καταλάβουν, αναπτύσσουν ή υιοθετούν μια «θεολογία αλά καρτ». Δηλαδή μια θεολογία που βολεύει στην εμπειρία της ζωής τους, σε αυτό που βιώνουν και όχι απαραίτητα μια θεολογία που ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Αυτή η αλά καρτ θεολογία φαίνεται να τους προσφέρει μια προσωρινή ανακούφιση, μια κάποια παρηγοριά αλλά δυστυχώς δεν προσφέρει τίποτα άλλο για να τους βοηθήσει ν’ αλλάξουν τη ζωή τους. Το αντίθετο μάλιστα, τους βουλιάζει ακόμη περισσότερο στο είδος ζωής που τους κάνει δυστυχισμένους. Παραδείγματα «πεποιθήσεων» αυτής της αλά καρτ θεολογίας έχουμε αναφέρει και σε άλλα κείμενα και όσοι είστε αναγνώστες αυτών των κειμένων έχετε ξαναδιαβάσει γι’ αυτές τις πεποιθήσεις, όπως πχ «ο Θεός μου δίνει δυσκολίες για να με δοκιμάσει», «τα βάσανα της ζωής εξαγνίζουν την ψυχή μου», «ας υποφέρω σε αυτήν τη ζωή, τους μισθούς μου θα τους λάβω στους ουρανούς», «προετοιμάζομαι για την επόμενη ζωή, εκεί έχει νόημα να κερδίσω τον παράδεισο και όχι εδώ στην προσωρινή αυτή ζωή», «οι κακοί άνθρωποι έχουν χάσει την ψυχή τους γι’ αυτό είναι κακοί», «ο Θεός θα με δικαιώσει μετά θάνατον και τότε θα με ανταμείψει πλουσιοπάροχα», «οι κακοί άνθρωποι θα πάνε στην αιώνια κόλαση, ενώ οι καλοί θα πάμε στον παράδεισο» και άλλες πολλές τέτοιες παρόμοιες πεποιθήσεις, που συνήθως καλλιεργούνται σε θρησκευτικούς ή ακόμη και πνευματικούς κύκλους.

Όλες αυτές οι πεποιθήσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο, ότι ο άνθρωπος δεν έχει τον έλεγχο της πραγματικότητας του, ότι δεν μπορεί να την ελέγξει. Η πίστη στην ιδέα ότι δεν δημιουργεί μόνος του την πραγματικότητα του. Απεναντίας, αυτή του συμβαίνει με τρόπο τυχαίο και ο άνθρωπος απλά παλεύει ν’ ανταπεξέλθει με ότι του τυχαίνει, με ότι φαίνεται να του «φέρνει» η ζωή.

Αυτή είναι όμως μια θέση που δεν καθόλου αποδεκτή από τη δική μας διδασκαλία, από τη διδασκαλία των Δυνάμεων του Φωτός και κατά συνέπεια και του Συστήματος Μορφογένεσις, που αποτελεί μέρος αυτής της διδασκαλίας. Η δική μας πεποίθηση και κοσμοαντίληψη είναι ότι όλοι μας, είτε το καταλαβαίνουμε συνειδητά αυτό είτε όχι, δημιουργούμε την πραγματικότητα μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Μάλιστα αυτή η κατασκευή της πραγματικότητας μας (επαναλαμβάνουμε, είτε είναι συνειδητή είτε είναι ασυνείδητη), είναι καθαρά μια εσωτερική υπόθεση. Έχει να κάνει με τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας και λιγότερο με τις πράξεις μας, καθώς αυτές προκύπτουν ως αποτέλεσμα αυτών των σκέψεων και συναισθημάτων.

Αντίθετα οι θρησκευτικοί-εκκλησιαστικοί κύκλοι, δεν αποδέχονται με τίποτα αυτήν τη θέση, αυτόν τον «εσωτερισμό» της φύσης του ανθρώπου και μάλιστα ευθέως τον αποκηρύττουν σαν «διαβολικό».

Η εξήγηση είναι απλή και δεν είναι δογματική. Εάν ο άνθρωπος αναπτυχθεί εσωτερικά και καταλάβει ότι δημιουργεί μόνος του εσωτερικά την εξωτερική του πραγματικότητα, μειώνεται κατά πολύ ο ρόλος του ιερέα ως μεσάζοντα μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού. Δεν έχει ουσιαστικό ρόλο. Και αυτό φυσικά δεν το θέλει με τίποτα το ιερατείο της θρησκείας και της εκκλησίας γιατί θα οδηγήσει σε μεγάλη συρρίκνωση της κοσμικής της δύναμης και εξουσίας.

Γιατί γίνεται η αναφορά σε αυτό. Για το λόγο ότι ο καθένας μας πρέπει να ξεκαθαρίσει μέσα του με ποια κοσμοαντίληψη θέλει να πάει, ποια αλήθεια θα υπηρετήσει (προσοχή, επαναλαμβάνουμε δεν είναι δογματικό το ζήτημα).

Υπάρχουν άνθρωποι που μου στέλνουν ερωτήσεις και με ρωτάνε εάν το Σύστημα Μορφογένεσις έρχεται σε αντίθεση με τα πιστεύω της θρησκείας μας. Και μια και ζούμε στην Ελλάδα θρησκεία μας εννοείται η χριστιανική ορθόδοξη πίστη. Το Σύστημα Μορφογένεσις έρχεται σε αντίθεση με τη θρησκεία, με βάση αυτό που εξηγήσαμε με τον εσωτερισμό και την κατασκευή της πραγματικότητας μας.

Μια όμως πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση που θέλουμε να απευθύνουμε εμείς, θα ήταν γιατί οι διάφοροι «πιστοί» της χριστιανικής πίστης ψάχνονται και αναζητούνε πράγματα σε εσωτερικές διδασκαλίες όπως πχ το Σύστημα Μορφογένεσις; Η απάντηση είναι ότι δεν είναι ευχαριστημένοι με τη ζωή τους, βιώνουν έλλειψη και δυστυχία σε υλικό επίπεδο και ψάχνουν έναν τρόπο να βελτιώσουν τα πράγματα και να πάρουν περισσότερα από τη ζωή, από αυτήν τη ζωή την υλική, τη γήινη και όχι από κάποια άλλη μετά θάνατον. Αλλά επειδή διακατέχονται από φόβο και ενοχή μήπως κάνουν κάτι ενάντια σε αυτά που διδάσκει η θρησκεία, ρωτάνε και ψάχνουν για κάποια απάντηση μπας και βρεθεί κάποιος τρόπος και καταφέρουν να έχουν «και το σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη». Δηλαδή και να πάρουν αυτά που λαχταρούν στην υλική ζωή αλλά ταυτόχρονα να μην κάνουν κάτι που δεν πρέπει και «θυμώσουν» ή «εξοργίσουν» το Θεό και Αυτός τους τιμωρήσει είτε τώρα είτε μετά θάνατον. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί δηλαδή να έχουμε και τις δύο αντικρουόμενες πεποιθήσεις. Γιατί για να δημιουργήσεις τη δική σου πραγματικότητα (με ενεργειακό, συνειδησιακό-ψχυικό τρόπο), πρέπει να αποδεχτείς τη σημασία του εσωτερικού σου κόσμου και κατά συνέπεια να λειτουργήσεις εσωτερικά ή εσωτερίστικα εάν το προτιμάτε, το οποίο όμως απορρίπτει η εκκλησία ως σατανικό για τους λόγους που εξηγήσαμε.

 

Και ερχόμαστε πάλι στην ουσία του θέματος αυτού του κειμένου, γιατί δηλαδή οι καλοί άνθρωποι υποφέρουν σε αυτήν τη ζωή. Η απάντηση είναι απλή και μπορεί να σας εκπλήξει. Ο λόγος είναι ότι οι καλοί άνθρωποι δεν είναι απαραίτητα και θετικοί άνθρωποι. Το αντίθετο μάλιστα, ως επί τω πλείστων, οι καλοί άνθρωποι είναι ΑΡΝΗΤΙΚΟΙ άνθρωποι. Όχι με την έννοια της πράξης δηλαδή της θετικής ή αρνητικής πράξης, της ηθικής (καλής) ή ανήθικης (κακής) που όπως είπαμε οι καλοί άνθρωποι κάνουν καλές (ή θετικές αν προτιμάτε) πράξεις. Το θετικός ή αρνητικός πάει στη δόνηση που εκπέμπουν. Και η δόνηση εξαρτάται από τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους. Τα οποία όμως συναισθήματα και σκέψεις δεν έχουν διδαχτεί να προσέχουν και να φροντίζουν. Δεν έχουν διδαχτεί ότι η εσωτερική τους κατάσταση δημιουργεί την εξωτερική τους πραγματικότητα. Και δεν το έχουν διδαχτεί γιατί η κύρια πηγή πληροφόρησης και διδασκαλίας, η επικρατούσα άποψη πάνω στο θέμα, γι’ αυτούς είναι αυτή της θρησκείας που απορρίπτει τον εσωτερισμό. Μια άποψη-κοσμοαντίληψη (ή δόγμα εάν προτιμάτε) που επικεντρώνεται μόνο στο εξωτερικό, στην εξωτερική πραγματικότητα και άρα στις πράξεις και τις συμπεριφορές. Έτσι ο καλός άνθρωπος από μικρός μαθαίνει και εκπαιδεύεται να προσέχει μόνο τις πράξεις και τις συμπεριφορές του. Του έχουν πει και τον έχουν διδάξει ότι θα λογοδοτήσει στο Θεό μετά θάνατον με βάση τις πράξεις του, ότι ο Θεός βλέπει μόνο τις πράξεις του. Έτσι ο καλός άνθρωπος δεν έμαθε να δίνει καμία σημασία στις σκέψεις και τα συναισθήματα του, που όμως αυτά είναι που δημιουργούν την πραγματικότητα του και ας μη το ξέρει. Ο καλός άνθρωπος αφήνεται να βουλιάζει με τις ώρες σε αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα. Ανησυχεί, φοβάται, θυμώνει, κτλ, με όλα αυτά που γίνονται στον κόσμο, με όλες τις αδικίες και τα τρομερά και φρικιαστικά γεγονότα που παρακολουθεί.

Η δόνηση του καλού ανθρώπου πέφτει στα τάρταρα και για ένα λόγο παραπάνω. Επειδή ο καλός άνθρωπος συνήθως είναι ευαίσθητος άνθρωπος, όλα αυτά τα άσχημα πράγματα που γίνονται στον κόσμο, τον επηρεάζουν σημαντικά, τα παίρνει κατάκαρδα. Δεν είναι σαν τον «κακό» άνθρωπο που είναι φιλοτομαριστής και συνήθως «χοντρόπετσος» και άρα δεν τον επηρεάζουν (τουλάχιστον όχι πολύ) αυτά που συμβαίνουν γύρω του.

Ο καλός άνθρωπος νιώθει ανασφαλής και ευάλωτος με όλα αυτά που γίνονται, ενώ δε βλέπει και το Θεό να επεμβαίνει για να διορθώσει τα πράγματα και έτσι στα πλαίσια της αλά καρτ θεολογίας πιστεύει ότι αυτός ο κόσμος (υλικός) είναι κάτω από την εξουσία του διαβόλου, του άρχοντα του σκότους και ότι αυτός το μόνο που έχει και μπορεί να κάνει είναι να περιμένει την άλλη ζωή για δικαίωση.

Αλήθεια μετά γιατί απορούμε για το τι συμβαίνει στον κόσμο όταν κυριαρχεί τόσο μεγάλη άγνοια;

Όπως έχουμε εξηγήσει και σε άλλα κείμενα, σε αυτόν τον κόσμο τον υλικό, το γήινο, κανένας από τον πνευματικό κόσμο δεν έχει υπέρτατη εξουσία πάνω από τον άνθρωπο, ούτε ο Θεός, ούτε ο διάβολος. Η υπέρτατη εξουσία πάνω στη γη έχει δοθεί από το Θεό μόνο στον άνθρωπο. Και έχει γίνει έτσι, το έχει θέσει με αυτόν τον τρόπο ο Θεός για να δώσει στον άνθρωπο πλήρη ελευθερία για τις επιλογές του, να έχει απόλυτη ελεύθερη βούληση. Το ότι μοιάζει να κυριαρχεί σε άλλες περιπτώσεις ο Θεός (το καλό) και σε άλλες ο διάβολος (το κακό), είναι γιατί το επιτρέπει ο άνθρωπος με τη συνεργασία του είτε με το Θεό είτε με το διάβολο μέσα από τις σκέψεις και τις επιλογές του, είτε το καταλαβαίνει είτε όχι. Απλά ο διάβολος, το στρατόπεδο του σκότους γεινικότερα, από τη φύση του δεν έχει ηθικό φραγμό στο να επιχειρεί παραπλάνηση πάνω στον άνθρωπο ψιθυρίζοντας του συνεχώς ψέματα, έτσι ώστε να κάνει τον άνθρωπο να κινηθεί προς την κατεύθυνση που αυτό θέλει. Είναι όμως ο άνθρωπος που τελικά συναινεί και επιλέγει το κακό, κάνοντας χρήση της ελεύθερης του βούλησης και έτσι γίνεται πραγματικότητα πάνω στη γη, στον υλικό κόσμο, η επιρροή του στρατοπέδου του σκότους. Το ίδιο συμβαίνει και με το Φως όταν αυτό υπερισχύει. Είναι ο άνθρωπος που πρέπει να συναινέσει και να επιτρέψει στο Φως (καλό) να μπει στη ζωή του και να τον βοηθήσει. Χωρίς τη συναίνεση και την έγκριση του ανθρώπου κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν μπορεί να δράσει και να επηρεάσει τον άνθρωπο. Βέβαια να ξεκαθαρίσουμε κάτι, ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουδετερότητα και ότι ουσιαστικά κάθε στιγμή, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι επιλέγουμε στρατόπεδο, με την έννοια ότι στη δονητική κλίμακα, στη συχνότητα της ενέργειας που εκπέμπουμε, πάντοτε κάπου βρισκόμαστε και δονούμαστε. Είτε είμαστε σε θετική, είτε αρνητική, απλά αλλάζει η ένταση από πολύ θετική, σε απλά θετική, σε απλά αρντηική ή πολύ αρνητική με όλες τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις φυσικά. Η επιρροή όμως είναι συνεχής και από τα δύο στρατόπεδα. Το Φως προσπαθεί συνεχώς να μας τραβήξει προς την ανυψωμένη θετική δόνηση, που είναι εξάλλου και η δονητική φύση του ανώτερου εαυτού μας ενώ το σκοτάδι προσπαθεί να μας σύρει στη χαμηλή δόνηση του φόβου και της συνειδησιακής σκλαβιάς. Είναι όμως ο άνθρωπος που τελικά επιλέγει (κάθε στιγμή) με ποιο στρατόπεδο θα συμμαχήσει δονητικά (μέσα από τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τελικά και τις πράξεις). Συνήθως οι άνθρωποι ταλανιζόμαστε από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, αν και κάποιο υπερισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό ή και ένταση τον περισσότερο μας χρόνο.

Έτσι όταν ο καλός άνθρωπος ανησυχεί, φοβάται, αγωνιά, θυμώνει με όλα αυτά που γίνονται, τότε στην πράξη με ποιο στρατόπεδο συντάσσεται; Με ποιανού τη δόνηση συντονίζεται; Μα φυσικά του σκότους που τον θέλει σε αυτήν την χαμηλή δόνηση για να τον χειραγωγεί. Και ενώ επιζητά το Θεό, τουλάχιστον σαν πρόθεση, στην πράξη τον μεγαλύτερο χρόνο τον περνάει συντασσόμενος περισσότερο με το σκοτάδι.

Έτσι ο καλός άνθρωπος με το να είναι (μέσα στην άγνοια του) βουτηγμένος στην αρνητικότητα (χαμηλή δόνηση), δημιουργεί (λόγω ελεύθερης βούλησης) μια αντίστοιχη πραγματικότητα για τον εαυτό του. Μια πραγματικότητα όπου θα συναντάει (με βάση το νόμο της έλξης) περισσότερα από αυτά με τα οποία συνηχεί δονητικά. Δηλαδή ασθένειες, ατυχίες, οικονομικές δυσκολίες, κακές σχέσεις, κτλ.

Αντίθετα ο «κακός» άνθρωπος επειδή είναι φιλοτομαριστής και εγωϊστής έχει μια θετική στάση απέναντι στην υλική γήινη ζωή. Του αρέσει περισσότερο, τη χαίρεται και απολαμβάνει τα καλά πράγματα που έχει αυτή η υλική ζωή να του προσφέρει. Τα αποζητά, φτιάχνεται συναισθηματικά στην ιδέα της κατοχής τους, Αυτό έχει ως συνέπεια να είναι πολύ περισσότερο θετικός δονητικά από τον καλό άνθρωπο και πάλι με βάση το νόμο της έλξης να παίρνει τελικά στη ζωή του αυτό στο οποίο κύρια εστιάζεται δηλαδή καλά πράγματα και καταστάσεις στη ζωή του.

 

Δυστυχώς για τους καλούς ανθρώπους όλη αυτή η άγνοια για το πώς δημιουργείται και διαμορφώνεται η εξωτερική μας πραγματικότητα αλλά και η φανατική (δογματική) εμμονή τους σε αυτά που «πρεσβεύει» η εκκλησία (προσοχή, όχι ο Θεός αλλά η θρησκεία), τους εγκλωβίζει σε μια δυσμενή συνθήκη, όπου η γήινη ζωή και εμπειρία τους γεμίζει απογοήτευση και πικρία και χωρίς να το καταλάβουν παίρνουν υποσυνείδητα μια στάση απόρριψης της υλικής ζωής. Είναι σαν να δίνουν στο υποσυνείδητο τους εντολή αναχώρησης αφού αυτή η ζωή δεν έχει καμία χαρά να τους προσφέρει, άρα και νόημα παραμονής σε αυτήν. Έτσι δεν είναι παράξενο που τους συμβαίνουν σοβαρές ασθένειες που τους οδηγούν στο θάνατο (αναχώρηση) ή άλλες μοιραίες συνθήκες (ατυχήματα, κτλ). Όπως ανέφερε και κάποιος πνευματικός δάσκαλος, «όλοι οι θάνατοι είναι ψυχικές αυτοκτονίες». Δηλαδή ο κάθε άνθρωπος το θάνατο του τον παραγγέλνει ασυνείδητα μέσω του υποσυνείδητου όταν σε ψυχικό επίπεδο δεν βρίσκει ικανοποιητικό νόημα σε αυτήν τη ζωή.

Το πρόβλημα όμως με αυτήν τη στάση δεν είναι μόνο ότι χαραμίζουμε τη γήινη υλική μας ζωή και ενσάρκωση, είναι ότι πνευματικά δεν κερδίζουμε τίποτα. Και ο λόγος είναι ότι θα ενσαρκωθούμε πάλι και καρμικά θα έχουμε δημιουργήσει την ενεργειακή συνθήκη της απογοήτευσης και απόρριψης της ζωής, οπότε ο «καρμικός άνεμος» θα  μας ενσαρκώσει σε μια παρόμοια συνθήκη.

Αυτό είναι ένα άλλο σημείο που υπάρχει τελείως αντίθετη θέαση των πραγμάτων σε σχέση με την εκκλησία. Η θρησκεία απορρίπτει την μετενσάρκωση και θεωρεί ότι έχουμε μόνο μια ζωή αυτή που ζούμε και πάει και τελείωσε. Ότι κάνεις, έκανες σε αυτήν τη ζωή.

Πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι, που είναι αληθινά καλές και ευαίσθητες ψυχές, επηρεαζόμενοι από αυτήν τη διδαχή της εκκλησίας, ότι υπάρχει μόνο μία υλική ζωή, αυτή που ζούμε τώρα και μετά το θάνατο μόνο ο παράδεισος ή η κόλαση (ανάλογα με το βίο που έζησες και τις πράξεις σου), απογοητευμένοι από αυτά τα άσχημα που συμβαίνουν σε αυτούς αλλά και όλο τον κόσμο, αναπτύσσουν υποσυνείδητα όπως είπαμε μια στάση αναχωρητισμού. Υποσυνείδητα αρχίζουν και λαχταρούν την υπόσχεση που τους έχει δοθεί από τη θρησκεία δηλαδή αυτής του παραδείσου, όπου όλα θα είναι καλά και τέλεια και απεχθάνονται ολοένα και περισσότερο τον υλικό κόσμο. Εάν όμως γνώριζαν ότι δεν τους περιμένει κανένας παράδεισος αλλά ο καρμικός άνεμος που θα τους στείλει πάλι στα ίδια «σκατά» ή και χειρότερα από αυτά που απεχθάνονται τώρα, θα είχαν την ίδια στάση; Φυσικά και όχι. Εάν είχαν κατανοήσει  μέσα στο είναι τους ( και όχι μόνο διανοητικά) ότι δημιουργούν οι ίδιοι την πραγματικότητα τους, αυτήν για την οποία στη συνέχεια διαμαρτύρονται, θα συνέχιζαν στην ίδια πορεία; Πολύ το αμφιβάλλουμε.

Γι’ αυτό μέσα από αυτό το κείμενο υπάρχει η προτροπή να ξεκαθαρίσει κάποιος με ποιο σετ πεποιθήσεων και κοσμοαντίλψης θέλει να πορευτεί. Αυτό της θρησκείας (εκκλησίας) ή αυτό της εσωτερικής ζωής, της δημιουργίας της πραγματικότητας πρώτα εσωτερικά. Μια εσωτερική πραγματικότητα που στη συνέχεια θα καθρεφτιστεί και σαν εξωτερικά γεγονότα και συνθήκες.

Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Φυσικά οι περισσότεροι που διαβάζετε αυτά τα κείμενα αποδέχεστε τις θέσεις που πρεσβεύει το Σύστημα Μορφογένεσις και θέλετε να δημιουργείτε την πραγματικότητα σας και να λειτουργείτε πρώτα εσωτερικά και μετά εξωτερικά. Μόνο όμως που παρά τη συνειδητή σας απόφαση υπέρ της εσωτερικής ζωής, είναι πιθανό (το πιο πιθανό μάλιστα), ότι είστε φορτωμένοι με υπολείμματα της παλιάς κοσμοαντίληψης, αυτή που πρεσβεύει η εκκλησία, που απορρίπτει την εσωτερική γνώση. Και λέμε ότι είμαστε φορτωμένοι με υπολείμματα της παλιάς κοσμοαντίληψης γιατί μέχρι να ενηλικιωθούμε ή και ακόμη αργότερα, μέχρι ν’ αναπτύξουμε το ενδιαφέρον για τις εσωτερικές διδασκαλίες ήδη είχαν διαμορφωθεί στερεότυπα μέσα μας για το πώς λειτουργεί ο κόσμος (η κοσμοαντίληψη μας). Και μια και η κυρίαρχη άποψη ήταν και είναι ακόμη αυτή της εκκλησίας, το πιο πιθανό είναι ότι σε μεγάλο βαθμό έχει επηρεάσει και δομήσει και την ατομική μας κοσμοαντίληψη. Άσχετα εάν κάποιος πήγαινε ή όχι στην εκκλησία ή ήταν θρήσκεια η οικογένεια του, η κοσμοαντίληψη της εκκλησίας έχει περάσει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σε όλη την κοινωνία. Οπότε είναι πρακτικά αδύνατο να μην έχουμε επηρεαστεί από αυτήν και να μην την έχουμε ασυνείδητα υιοθετήσει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. 

 

Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο βασικό σημείο που θέλει να θίξει αυτό το κείμενο. Γιατί οι καλοί άνθρωποι δεν μπορούν να είναι θετικοί, γιατί τους είναι τόσο δύσκολο να διατηρηθούν σε υψηλή δόνηση, ενώ αντίθετα είναι πιο εύκολο αυτό να συμβεί στους κακούς, στους εγωϊστές ανθρώπους.

Ο λόγος είναι ότι για τους καλούς ανθρώπους συνήθως υπάρχει σοβαρό ψυχικό τραύμα στο «βασικό ένστικτο». Τι εννοούμε με τον όρο βασικό ένστικτο. Εννοούμε τα κατωδιαφραγματικά ενεργειακά κέντρα (τσάκρα), τα ενεργειακά κέντρα που βρίσκονται κάτω από το διάφραγμα. Το πρώτο (ριζικό), το δεύτερο (σεξουαλικό) και το τρίτο (ατομικότητας) εάν ακολουθείται τη γνωστή ανατολίτικη κατηγοριοποίηση των εφτά ενεργειακών κέντρων (τσάκρα).

Αυτά τα ενεργειακά κέντρα είναι τα απόλυτα υπεύθυνα για το τι δημιουργούμε στην εξωτερική υλική πραγματικότητα μας. Είναι τα κέντρα που ελέγχουν τη ζωτική ενέργεια, τη δύναμη της ζωής, τη δυνατότητα χαράς και την ικανοποίηση που μπορούμε να αντλούμε από την υλική μας ζωή, από την υλική μας ενσάρκωση.

Όταν έχουμε υποστεί ψυχικά τραύματα που έχουν κλονίσει τη λειτουργία αυτών των κέντρων, τότε αυτά υπολειτουργούν. Ο «τραυματισμός» αυτών των κέντρων και η υπολειτουργία τους συσκοτίζει στη συνέχεια όλη την εμπειρία μας στον υλικό κόσμο.

Το πρόβλημα με το τραύμα σε αυτά τα κέντρα είναι ότι είναι βιωματικό. Δηλαδή μας δημιουργήθηκε μέσα από την βίωση και εμπειρία της υλικής ζωής μας και αυτό έχει γράψει έντονα στη συνείδηση μας. Στη συνέχεια βγάλαμε συμπεράσματα για το νόημα της ζωής βασισμένοι πάνω σε αυτές τις πρώϊμες (τραυματικές) εμπειρίες και έτσι δομήσαμε τις πεποιθήσεις μας που ελέγχουν και τη ζωή μας.

Έτσι όσες καλές συμβουλές και ν’ ακούσουν οι άνθρωποι (καλή ώρα όπως συμβαίνει και με αυτό το κείμενο), όσες νουθεσίες, προτροπές και παροτρύνσεις, ενώ συμφωνούν διανοητικά, δεν μπορούν να τις ακολουθήσουν στην πράξη γιατί αυτές είναι όπως είπαμε μόνο διανοητικές. Δηλαδή εκλαμβάνονται και επεξεργάζονται από τα ανώτερα ενεργειακά κέντρα (5ο, 6ο, 7ο) αλλά για να υλοποιηθούν αυτές οι ιδέες, οι νουθεσίες, οι προτάσεις, πρέπει να γειωθούν, πρέπει να περάσουν από τα κάτω κέντρα, τα κατωδιαφραγματικά όπως τα αποκαλέσαμε, για να τους δοθεί η ενέργεια της ζωτικής δύναμης (που είναι υπεύθυνη για τις υλοποιήσεις μας) που ελέγχουν αυτά τα κέντρα. Όσο όμως το τραύμα υπάρχει σε αυτά τα κέντρα, οι νέες ιδέες απορρίπτονται από την υλοποίηση τους γιατί είναι κόντρα σε αυτό που θεωρούν «ασφαλές» τα κάτω κέντρα. Έτσι οι καλές ιδέες παραμένουν αυτό που είναι, καλές ιδέες αλλά μόνο θεωρητικές και όχι υλοποιήσιμες δηλαδή δεν γειώνονται, δεν γεννούν (κατασκευάζουν) υλική εξωτερική πραγματικότητα. Μπορεί να συζητούμε με φίλους μας για αυτές τις ιδέες, να τις υποστηρίζουμε με θέρμη αλλά η πραγματικότητα μας να λέει άλλα.

Αυτό συμβαίνει και με τη θετική σκέψη, το νόμο της έλξης, κτλ. Όλοι συμφωνούν με την ιδέα που κομίζουν αυτές οι θεωρίες ή διδασκαλίες αλλά ελάχιστοι μπορούν να τις εφαρμόσουν με συνέπεια στη ζωή τους. Μήπως είναι ανόητοι ή ανίκανοι αυτοί οι άνθρωποι; Όχι φυσικά, το αντίθετο μάλιστα, είναι ευφυέστατοι και ικανοί άνθρωποι αλλά με σοβαρό τραύμα στα χαμηλά κέντρα.

Στην πράξη και όχι στη θεωρία και αυτά που λέμε μόνο με τα λόγια και διαφημίζουμε ότι υποστηρίζουμε ως αλήθεια, τα άνω κέντρα (5ο, 6ο, 7ο) είναι «δούλοι» των κάτω κέντρων, είναι υπηρέτες τους, είναι τα «φερέφωνα» των κάτω κέντρων. Και αυτό συμβαίνει αυτόματα. Στον υλικό κόσμο τα κάτω κέντρα (1ο, 2ο, 3ο), ελέγχουν την υλική ζωή και δημιουργούν την εξωτερική πραγματικότητα γιατί ελέγχουν τη ζωτική δύναμη. Τα πάνω κέντρα θα βλέπουν και θα μαρτυρούν την «αλήθεια» που τους επιβάλλουν τα κάτω κέντρα.

Και τα κάτω κέντρα τα ελέγχει το υποσυνείδητο με τις εγγραφές που υπάρχουν σε αυτό. Έτσι τα κάτω κέντρα υποχρεώνουν και επιβάλλουν (ή διατάζουν εάν προτιμάτε) στα άνω κέντρα να εστιαστούν στην «αλήθεια» που αυτά επιβάλλουν, στη δική τους κοσμοαντίληψη. Δηλαδή εάν έχουμε μια φοβία (πχ φοβόμαστε τα ύψη), ούτε ένας τόνος καλές κουβέντες δεν μπορούν να μας κάνουν να υπερνικήσουμε τη φοβία και ο λόγος είναι ότι ο φόβος ελέγχεται από το υποσυνείδητο και όχι από τη λογική.

Έτσι όσες καλές κουβέντες και παροτρύνσεις να ακούσετε από τον οποιοδήποτε για να εστιάζεστε στο θετικό, σε αυτό που επιθυμείτε, στην πράξη αποτυγχάνεται να το κάνετε με σταθερότητα και συνέπεια γιατί πολύ απλά η εστίαση της προσοχής ελέγχεται από τα κάτω κέντρα και τις παρορμήσεις (εντολές) που αυτά δίνουν στα άνω κέντρα. Τα άνω κέντρα είναι «υποχρεωμένα» σε αυτά που επιβάλλουν τα κάτω κέντρα να εστιαστούν για να νιώσει συνολικά το σύστημα ασφαλές και αρμονικό.

Εάν έχουμε τραύμα ανασφάλειας στο ριζικό κέντρο και αυτό το κέντρο έχει δομήσει (μέσα από τραυματικό βίωμα) την πεποίθηση που λέει «κινδυνεύω, δεν είμαι ασφαλής», τα άνω κέντρα θα ψάχνουν συνεχώς στην εξωτερική πραγματικότητα για πιθανούς θύτες και επικίνδυνες καταστάσεις έτσι ώστε να λειτουργήσουμε προληπτικά και να τους αποφύγουμε. Το ίδιο συμβαίνει με ένα τραύμα στο 2ο κέντρο που λέει την «αλήθεια» του ότι «δεν αξίζω». Θα υποχρεώσει τα άνω κέντρα να εντοπίζουν ανθρώπους που πιθανότητα μπορεί να μας ταπεινώσουν σε μια σχέση, έτσι ώστε πάλι να τους αποφύγει, να μη συσχετιστεί μαζί τους. Ή το ίδιο και με το τρίτο κέντρο εάν λέει την «αλήθεια» «δεν μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Δεν μπορώ να έχω υγιή όρια ατομικότητας». Το άτομο θα προσπαθεί να αποφύγει δραστηριότητες που θα νιώθει και θα φοβάται ότι η ατομικότητα του δεν θα γίνει σεβαστή.

Και ενώ το αρχικό κίνητρο των κάτω κέντρων στη βάση του είναι καλό δηλαδή μετά το τραύμα θέλουν να προφυλάξουν το άτομο από το συναισθηματικό πόνο, αυτόν δηλαδή που βίωσε και εντυπώθηκε με το τραυματικό βίωμα, στην πράξη όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Με την ασυνείδητη και «υποχρεωτική» εστίαση των άνω κέντρων στο τραύμα (λόγω κυριαρχίας επάνω τους των κάτω), στην ουσία προβάλλουν το τραύμα στην εξωτερική πραγματικότητα και το άτομο καταλήγει να δημιουργεί (ασυνείδητα) ξανά και ξανά μια πραγματικότητα την οποία θέλει να αποφύγει. Δηλαδή στην ουσία φαύλος κύκλος και αδιέξοδο.   

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μόνο όταν επέλθει σημαντική ίαση των τραυμάτων των κάτω κέντρων είναι δυνατή η συνεπής εστίαση των άνω κέντρων σε καλά πράγματα και η διατήρηση της δόνησης σε υψηλή συχνότητα. Διαφορετικά ματαιοπονούμε. Είναι σαν να έχουμε ένα μεγάλο αγκάθι μέσα στην πατούσα μας, το οποίο όμως δεν μας είναι ορατό, έχει περάσει μέσα από το δέρμα και δεχόμαστε τη συμβουλή να αρχίσουμε τρέξιμο για τόνωση της υγείας και ευεξίας. Και ενώ η συμβουλή είναι σωστή και καλή, δεν μπορούμε να την ακολουθήσουμε γιατί μόλις αρχίζουμε να τρέχουμε και ν’ αναπτύσσουμε ταχύτητα, αρχίζει και μας πονάει το αγκάθι στο πέλμα μας. Και εμείς μη μπορώντας να καταλάβουμε τι συμβαίνει (αφού πλέον δεν είναι ορατό το αγκάθι, το τραύμα έχει γίνει «εσωτερικό»), νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι στο παπούτσι και αλλάζουμε παπούτσια με την ελπίδα τώρα να τα καταφέρουμε, για να νιώσουμε όμως πάλι τον ίδιο πόνο γιατί το πρόβλημα δεν ήταν τα παπούτσια. Μόνο όταν καταλάβουμε τι αληθινά μας συμβαίνει, ποιά είναι η πραγματική αιτία του πόνου μας και αφαιρέσουμε το αγκάθι, μόνο τότε θα μπορούμε να τρέξουμε ελεύθεροι.

Το ίδιο είναι και με την εσωτερική ζωή. Προσπαθούμε να είμαστε θετικοί αλλά δεν τα καταφέρνουμε γιατί έχουμε τα εσωτερικά μας αγκάθια (τραύματα) και εμείς νομίζουμε ότι φταίει το παπούτσι και απλά ψάχνουμε καινούργιες διδασκαλίες (όπως αλλάζουμε παπούτσια) για να επιστρέψουμε ξανά και ξανά στην ίδια κατάσταση. Μόνο όταν πάρουμε την απόφαση να ανοίξουμε εσωτερικά το τραύμα (παρά τον αρχικό μεγάλο πόνο και την αντίσταση μας στο να το επιχειρήσουμε), να το καθαρίσουμε και ιάνουμε με το Φως της συνειδητότητας μας, μόνο τότε ησυχάζουμε οριστικά. Γι’ αυτό και το Σύστημα Μορφογένεσις, το μεγαλύτερο μέρος της ύλης του (ειδικά το Β επίπεδο) κινείται προς αυτήν τη θεραπευτική κατεύθυνση, που ομολογούμε δεν είναι και τόσο απλό και εύκολο πράγμα. Τα τραύματα στα κάτω τσάκρα είναι περίπλοκα και χρειάζονται γνώση, υπομονή και αγάπη προς τον εαυτό μας για να θεραπευτούν. Όταν μιλάμε στα διάφορα κείμενα για την ανάγκη και προτροπή να διατηρούμε τη δόνηση μας υψηλή καθώς αυτή καθορίζει τις εμπειρίες της υλικής μας ζωής, δεν το εννοούμε θεωρητικά γιατί ξέρουμε ότι εάν παραμείνει στη θεωρία δεν θα έχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αυτό που εννοούμε μιλώντας για την υψηλή δόνηση, είναι ουσιαστικά μια διαρκής πρόσκληση και παρότρυνση στον καθένα μας να προχωρήσει στην εσωτερική εργασία και θεραπεία των ψυχικών του τραυμάτων. Αυτών που τον εμποδίζουν να απολαύσει την υπέροχη εσωτερική ψυχική κατάσταση που προσφέρει η ανυψωμένη δόνηση και συνειδητότητα. Και φυσικά ως αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της εσωτερικής εργασίας, θεραπείας και ανυψωμένης δόνησης, να μπορεί και να επιτρέπει στον εαυτό του να υλοποιήσει αυτά που αληθινά επιθυμεί στη ζωή του.

Και ξέρετε ποιό είναι το πιο ωραίο και ενθαρυντικό της υπόθεσης; Όταν θεραπευτούμε δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια με τη δύναμη της θέλησης μας για να είμαστε θετικοί και σε υψηλή δόνηση γιατί αυτή είναι η αληθινή μας φύση, η φυσική μας ενεργειακή κατάσταση, που απλά την εμπόδιζε το τραύμα να εκδηλωθεί. Δε χρειαζόμαστε πλέον καμία νουθεσία και προτροπή για να είμαστε θετικοί, αυτό συμβαίνει αυτόματα, η υψηλή δόνηση συμβαίνει σαν από μόνη της, γίνεται η μόνιμη εσωτερική μας κατάσταση. Δηλαδή μόλις βγάλουμε το αγκάθι από το πόδι μας και θεραπευτεί η πληγή, δεν χρειαζόμαστε καν παπούτσια για να τρέξουμε. Και ξυπόλητοι πλέον μπορούμε να το κάνουμε και είναι το ίδιο εύκολο και απολαυστικό!!









active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης